http://sofiapotari.blogspot.gr/

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Μοναξιά – Σοφία Πόταρη



Μοναξιά – Σοφία Πόταρη



















Στης σιγαλιάς την ερημιά στης νύχτας την αγκάλη
πετά η ψυχή μου σαν πουλί σ’ απόμερο ακρογιάλι
έρημη χώρα η αμμουδιά κι η θάλασσα μονάχη
ν’ ασημολάμπει σαν κοιλιάς ολάνοιχτης το αίμα
φλογίζετ’ η ψυχούλα μου σαν το χρυσό το στάχυ
που το βαραίνει τ’ άνεμου το μυρωμένο γνέμα
τώρα Θεέ μου ζήλεψα την άκρα σου τη μοίρα
σαν της φωτιάς σου η μοναξιά το στήθος μ’ επλημμύρα

στης σιγαλιάς την ερημιά σε νύχτας καλοσύνη
μάτι ανοίγετ’ η καρδιά και πια δεν ξανακλείνει
έρημος κόσμος, μυστικός, σ’ αγίασμα βουτάει
σαν το ψαράκι το μικρό, σαν το χλωρό ξυλάκι
που μες στο βύθος του νερού ζωή γλυκειά κυλάει
βλασταίνει  η καρδούλα μου μικρούλικο σποράκι
τώρα Θεέ μου πλέξε με στης  θέρμης σου το νήμα
δικό σου βάλσαμο η ζωή, της μοναξιάς σου ντύμα

στης νύχτας την ανασεμιά, σε παλιακό υφάδι
ρίζα γλιστράει φωτερή σαν νιόβγαλτο ανθοκλάδι
τα φυλλοκάρδια μου τρυπά τα σπλάχνα αγκιστρώνει
στης μοναξιάς τη λεχωνιά νέα ζωή φτερώνει






Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη








































Κοιλιάς καταραμένης γέννημα φριχτό
Ελένη, σκύλα, κοιτάς με π’ ορφανίζω
ντροπή ελεεινή της Σπάρτης σε λογίζω
μαύρη η μοίρα που εγώ  ακολουθώ

κι είμ' εδώ, της θάλασσας τώρα ξερατό
τα σφαγμένα μου παιδιά νεκροστολίζω
δένδρο με κομμένα τα κλαδιά θροϊζω
μήτε φωνή δεν έχω πια για να θρηνώ

τα μέσα μου καήκαν, κούτσουρο ξερό   
πεθαμένη είμαι;  ζω, χτυπά η καρδιά;
σιχαμερό κουφάρι θλιβερό, πονώ!         

το σώμα τούτο στης σκλαβιάς την ασκημιά
κάποτε στρώμα ψύχωνε βασιλικό    
κάποτε πλήθαινε βασιλική γενιά



Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Εκάβη
(ΚΘΒΕ 2001)

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Γυναίκα του καλοκαιριού – Σοφία Πόταρη

Γυναίκα του καλοκαιριού – Σοφία Πόταρη


Σ’ έβλεπα που περπάταγες στης θάλασσας την άκρη
φιγούρα θαλασσόβρεχτη και ηλιογυαλισμένη
το φόρεμά σου ανέμιζε, σε τύλιγε σα δάκρυ
και τα μαλλιά σου άστραφταν σε πλάτη γυμνωμένη

ήσουν σκυφτή και σκεφτική, τα χέρια σταυρωμένα
μέση λεπτή κι ερωτική, σαν πελαργού καμπύλη
κοιλίτσα πρόσκληση ανοιχτή στης μοίρας τα γραμμένα
μηροί και γάμπες ζηλευτοί, οδός σ’ ωραία πύλη

τα δαχτυλάκια σου λευκά σαν τ’ άγριο το ρύζι
πατούσες και τα πέλματα στην άμμο ζωγραφιά
νεράκι σα στα χάιδευε σ’ έρωτα μετερίζι
αντάριαζε κι ημέρευε σε σάρκας γαλιφιά

περπάταγες και έκλεβες καλοκαιριού την κάψα
που  έσπαγε στην αμμουδιά αλμύρα λιγωμένη
σαν την κοπέλα που ποθεί τον έρωτα με κλάψα
και με πισωγυρίσματα παρθένα πάντα μένει

σε κοίταζα κι ευχόμουνα να ήμουν πιο κοντά σου
ο φίλος σου, ο άντρας σου, έστω ο αδελφός σου
νήμα και κρόσσι ας ήμουνα στο δροσοφόρεμά σου
κορδόνι ας φιδογύριζα αχ στον αστράγαλό σου

μα σύ δοσμένη ολόγιομη στης θάλασσας τ’ αλάτι
με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα κι αχόρταστα τα μάτια
λυγιόσουν σαν το ζηλευτό, το καθαρόαιμο άτι
και αγνοούσες γύρω σου πως γκρέμιζες παλάτια

πόσο το είναι λαχταρά έστω σου και το νύχι!
στ’ αγκίστρι σου με δόλωσες ψαράκι γλυκαμένο
ζηλεύω και οργίζομαι με του νερού την τύχη
μονομαχία ορέγομαι να πέσει σκοτωμένο

διαολισμένο θηλυκό να με κοιτάξεις γύρνα!
δε νιώθεις την παράφορη της σάρκας μου τη λάβρα;
ένα σου βλέμμα χάρισε να σε μυρώσω σμύρνα
έτοιμος είμαι να συρθώ κοντά σου σαν τη σαύρα

μη φεύγεις κόρη θερινή, γυναίκα της αλμύρας
μείνε λιγάκι να σε δω, να ζήσω στην πνοή σου
να γλυκογέρνεις, να λυγάς κι εγώ ηδονοθήρας
να βολοδέρνω μοναχός στη θέα τη δική σου



Painting, “Beach love”
By Lluis Ribas