http://sofiapotari.blogspot.gr/

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Θρήνος γυναίκας στο Δαίμονα εραστή της – Σοφία Πόταρη

Θρήνος γυναίκας στο Δαίμονα εραστή της – Σοφία Πόταρη
















της μέθης μου απολαυστικό κρασί εσύ κυλάς
τις φλέβες μου ύπουλα ναρκώνεις κι εφορμάς
στα μούσκλια μου τη γλίτσα σου σοφά φυτεύεις
γεωργός αρχαίος, στα κρύφια βρύα μου ελλοχεύεις
σαν φίδι, εισχωρώντας σε βράχο κούφιο και σαθρό
που ήσυχα υποκλίνεται σε καταφάγωμα ηδονικό
καθώς φεγγάρι εβένινο γλιστερά στις φωλιές μου
εξαπλώνεσαι, στις πιο σιγηλές σπηλιές μου
βελούδο μελανό υφαίνεις κι ατλάζι πορφυρό
σατανική σπορά για έρωτα διαβόητο, δαιμονικό
το μάτι σου σαρδόνιο του σκότους τρυπάει το μάτι
και το ρουφάει και ξεφρενιασμένο καλπάζει άτι
στης νύχτας την κατάβαθη φωλιά, που ξεγεννά
σοφίας  και παράνοιας γεννήματα φριχτά
ζωή και θάνατο σε σμίξιμο ανήκουστο, μοχθηρό
ω! πώς φέγγεις μέσα μου φαρμάκι και ίαμα πικρό
σαν σε σταυρό καρφώνεσαι πανάχραντη ηδονή
σκότος αμόλευτο, ξεγεννημένο πεπτωκυία ανατολή




Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

η καταραμένη πόλη – Σοφία Πόταρη

η καταραμένη πόλη – Σοφία Πόταρη





η πόλη, κιβούρι αποπλανητικό μας προσκαλεί
μα οι κρήνες στερεμένες κι ούτ’ ένα κυπαρίσσι
τουλάχιστον την αυτοχειρία μας
ως έξοδο ηρωική κι ένδοξη  για να θρηνήσει

σβήνουμε σαν έκρηξη αστρική, πριν ζήσουμε ακόμα
στην τέφρα απάνω  άγριο στήνουμε χορό
από δένδρο μολυσμένο καρποί εμείς, σ’ άγνωστο χώμα
τον κρύο τρόμο μας τον είπαμε Θεό

κι ως γυνή ερωτότροπος ξεφρενιασμένοι ζητιανεύουμε
την αυτοτύφλωσί μας,  μ’ ακαριαίο βέλος
Οιδίποδες τύρρανοι. κι επί Κολωνώ. υπάρχεις Αντιγόνη;
ο κύκλος ο Θηβαϊκός αρχή δεν έχει ούτε  τέλος

γελάμε. μα κάπου, σε μια της πόλης  άκρη μυστική
μέσα στου σάβανου  το δύσοσμο αχό
παλάμη μας συνθλίβει αόρατη, ταγή σε θεία αγριότη
φύτρες μολυσμένες, σπορά σε ύπουλο βυθό

άλλη μια νύχτα θριαμβεύτρα τώρα ξημερώνει
πιο σαρκοβόρα αυτή, πιο μελανή
είδα έναν άγγελο άπτερο στο δρόμο το πρωί, 
νεκρό. Το μάτι του έτρεχε μαύρο  όξος και χολή








Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Το ονειροπούλι – Σοφία Πόταρη

Το ονειροπούλι – Σοφία Πόταρη


κάθε αυγή και σούρουπο, ανατολή και δείλι
ο ήλιος ολομέταξος στο βράχο σκαρφαλώνει
με τρυφεράδα περισσή την πέτρα του μαλώνει
που πάνω της ματώσανε της Παναγιώς τα χείλη

αφού αρνήθη ο έρωτας χαρές να την κεράσει
πήρε το δρόμο που ξεβγάζει απάνω στη ραχούλα
με ξαναμμένη την καρδιά η άγουρη παιδούλα
από το βράχο ρίχτηκε κι αγκάλιασε την πλάση

λαφριά την είπαν στο χωριό τη δύστυχη Πανάγιω
και πως αυτά παθαίνουνε οι άμυαλες κοπέλες
που κρίματα πληρώνουνε στου έρωτα τις τρέλλες

κανείς ποτέ δεν ένιωσε πως η φλογάτη κόρη
λαβώθηκε για να γενεί λευκό ονειροπούλι
π’ απλώνει τα φτεράκια του πιο έξω απ΄το κουκούλι






Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ωδή στην ομορφιά - Σοφία Πόταρη



Ωδή στην ομορφιά - Σοφία Πόταρη





Στα στήθια μας φυλακισμένη σαν θηρίο φωλιάζει η ομορφιά
μας καταδιώκει κι αργά μας κατατρώγει, σαν αρχαία φωτιά
είν' η αστραφτερή ασπίδα και το ξίφος στα χέρια του πολεμιστή
που ματωμένο στάζει και νίκη διαλαλεί, σωτήρια και περιφανή
είναι η γυναίκα με τα φλογισμένα μάτια και τη λαμπερή θωριά
μονάχη της περιπλανάται, ξυπόλητη, γυμνή, με τα μαλλιά λυτά
ανάγκη δεν μας έχει, δεν μας βλέπει και συνεχώς μας προσπερνά
κι εμείς ξοπίσω της, σαν τους σκλάβους, που γυρεύουν λευτεριά
η ομορφιά είναι μια θάλασσα άπατη κι αειπάρθενο βουνό
Πυριφλεγέδων της Αχερουσίας και της Στυγός αθάνατο νερό
ηλιαχτίδα, καταλάμπει υπερήφανη σε κίονα αρχαίου ναού
μούσα γένους πανάρχαιου στέκεται, φως, απολλώνειου νου


πίνακας, Edward Robert Hughes
1851 - 1914





Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Προμήνυμα – Σοφία Πόταρη

Προμήνυμα – Σοφία Πόταρη



σαν τ΄αηδονάκι της αυγής το μάτι κλείνει στου ήλιου  τη χαρά 
και λαφρύ πετάει ξωτικό
κι απλώνει την ανασεμιά της γης και την αγάπη της
σε φτεροκόπημα μελωδικό
ο κρίνος ανάστημα υψώνει ντροπαλό
στης πεταλούδας  το γλυκό το χτυποκάρδι
η σαύρα, χυμένη πάνω στης πέτρας τη ζεστή καρδιά

του ήλιου γλυκοχαίρεται την αγκαλιά
και η μέλισσα η χρυσή  που έχει σιωπηλά παραδοθεί
στης παπαρούνας τ΄άλικο φιλί
βιάζεται, βιάζεται κι αδημονεί  για να προλάβει να χαρεί
και του χαμόμηλου το μυροβόλο χάδι

το αεράκι γέμει με ψίθυρους ευωδιαστούς και πεθυμιές
από της ζαλισμένης μέρας το υφάδι
ένα αποκάρωμα γλυκό τριζοβολά κι όμως θαρρείς
πως μέσα απ΄της αράχνης το λαφρύ πλεχτό
ένας έρωτας χρυσός  σα να κρυφοκοιτάει γελαστός 
αχνοπατώντας στου σύννεφου τη γαλανή αγκάλη



painting, "Printemps"  1896
by Alphonse Mucha