http://sofiapotari.blogspot.gr/

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα ποιήματά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα ποιήματά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Ο κήπος της αγάπης - Σοφία Πόταρη

 

Στου ολάνθιστού μου κήπου την σιωπή, μέσα εκεί

που πορφυρές τριανταφυλλιές θρασομανούν

η αγάπη μου το θέλει για να ζει

στην αγκαλιά μου την ζεστή αφημένη να ‘ναι κι απαλή

εύθραυστη είν’ η αγάπη μου η μικρή και όμορφη σαν το κλαδί

που τα πουλιά καλεί να κελαηδούν

Και είναι όμορφη πολύ η αγάπη μου η μικρή

λάμπει στου κήπου μου τις σκιερές γωνιές

και τα εκστατικά της μάτια σαν φιλώ

ζαλίζομαι, θροϊζω κι απ’ τα φύλλα πιο πολύ

ευλαβικά την αγαπώ κι αθόρυβα και την κρατώ σαν το παιδί

που γελαστές ζητάει αγκαλιές

Κι έχει το σώμα μοσχοβόλο η αγάπη μου η μικρή

κι έχει νερένια μάτια, χείλη από κρασί

την γη αγκαλιάζουν τα μαλλιά της τρυφερά

και πάνω της με δένουνε γερά σκοινιά

και δυο φεγγάρια λαμπερά τα στήθια της εκρήγνυνται  

κι η λάβα τους ποτάμι βυσσινί

 

Έτσι υπάρχουμε εγώ κι αυτή, η μικρή μου αγάπη η τρυφερή

σε κήπου μέσα ολάνθιστου το κάλλος

λόγια στο στόμα μου ακουμπά πηγμένο μέλι και φωτιά

χυμένα από του ήλιου την στοργή

 

Έτσι υπάρχουμε εγώ κι αυτή, κι άλλο δεν θέλουμε πάνω στην γη

απ’ το δικό μας το ωραίο θάμπος





Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

Του φθινοπώρου οι καρδιές, Σοφία Πόταρη


 











Του φθινoπώρου οι αχνοβαμμένες πινελιές

πόσο πολύ ταιριάζουν στις μοναχικές καρδιές!

Πανσέδες μπλάβοι, χαμολούλουδα, κλωνιά

τρεμοφεγγίζουν, λύχνων σκέλεθρα με φως λειψό

της ζήσης τους ξεφτίζει, πέφτει η αρματωσιά

φριχτά τσακίζονται σε θύελλας διάβα σκληρό.

Να ικετέψουν προσπαθούν, μ’ αδίκως τα φτωχά

ο θεριστής, ακράτηγος, με τ’ άρμα του περνά.

 

Σβησμένα σωθικά τα πέταλα, αιμορραγούν

ναυάγια σε βυθό βουβό και πώς ν’ αναληφθούν!

Παράπονο του κρίνου γνέθουν τα μαλλιά

η φρέζα πλέει ξέφυλλη μες στην ανεμοζάλη

αγνώριστη σπαράζει του υακίνθου η ομορφιά

κι η ντάλια, μάταια, παράστημα προβάλλει.

Τα βρύα θεριεύουνε κι ευθύς τα καταπίνουν

και μούσκλια λαίμαργα κάθε ζωούλα σβήνουν.

 

Του φθινοπώρου τ’ άνθη αχ! μοναχικές καρδιές

εξόριστες υπάρχουν σ’ ερημιάς τις εσχατιές.

Θανάτου στόμα τα φιλεί μα προσδοκούν

στου ήλιου την ζεστή αγκαλιά για ν’ απαγκιάσουν.

Το νιώθουνε, πως γι’ άλλη μια φορά θα προδοθούν

και πώς το λαχταρούνε τρυφερά να τ’ αγκαλιάσουν!

Μα ξέρουνε, πουλιά ’πό σκάγια λαβωμένα

νεκρά στο χώμα θ’ απλωθούν και σπαραγμένα.

 

Αχ πώς θυμίζουν οι καρδιές του φθινοπώρου τ’ άνθη!

Βασίλισσες λαμπρές μες στις δανδέλες, στις τιμές

ξεκορμισμένες τώρα και νεκρές σ’ άνιση μάχη

σαν σβήνει η αγάπη που με ήλιο θρέφει τις ψυχές.

 

 

 


Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Θα φύγουμε αγκαλιά - Σοφία Πόταρη



Όταν μας λυπηθούνε κάποτε οι Θεοί

και αγκιστρώσουμε κλωστούλα και βελόνα

λιβάνι σε Ιερό η δική σου η μορφή

μύρο η ψυχή μου σε μυστήριον αρρεβώνα.

 

Ζούμε μονάχα για να λιώσουμε αγκαλιά

κρατιόμαστε, σαν ο πνιγμένος την ανάσα.

Κι όταν το χώμα θα μας καταπιεί γουλιά

θα κλείσει η αγάπη μας παντοτινή μας κάσα.


Πένθος Εραστών.

Μνημειακό νεκροταφείο στο Μιλάνο, Ιταλία.


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Οι γίδες μας - Σοφία Πόταρη



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μικρούλα ήμουν κάποτε, μικρού χωριού παιδάκι,

η μάνα μου χαράματα μ’ έστελνε στο σχολείο

μα πριν την σάκα ζαλωθώ και πάρω το δρομάκι,

κατέβαινα στις γίδες μας για να τους πω αντίο. 


Βγενίτσα μου ευγενική κι Αρχόντω αγαπημένη,

Χιονάτη μου κοντότριχη, Κανέλα κερατούσα

μακάρι να μ’ αφήνανε μαζί σας ξαπλωμένη

τα γράμματα να μάθαινα, με σας να μελετούσα.

 

Η μάνα μ’ έβιαζε, νωρίς να φύγω, μην αργήσω,

τις γίδες μας τις μάλωνε που με καθυστερούσαν

και τώρα σαν τα θυμηθώ το κλάμα θ’ αρχινίσω,

τις γίδες μας αγάπαγα κι εκείνες  μ’ αγαπούσαν.

 

Φωνή δεν είχαν να το πουν, το λέγαν με τα μάτια

τα χέρια μου σαν έγλειφαν,  καλοαλατισμένα

με δάκρυα παιδιάστικα. Με την καρδιά κομμάτια

ξεμάκραινα, ξεμάκραιναν σε χρόνια περασμένα...

 

 


Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Ο μύλος



 









Έστεκε μύλος μια φορά ‘πο πέτρα βουβαμένη

κι έφεγγε άστρο σκοτεινό σε ρεματιά κρυμμένη.

Κρατιόντανε σπαθί παλιό σ’ ανήμπορου το χέρι

με το ποτάμι μάλωνε που γυάλιζε την φτέρη.

Πηγαίναν νιες και χαίρονταν, φεύγανε γριες και κλαίγαν

κι οι δόλιοι οι λεβεντονιοί φαρμακωμένοι λέγαν:

“Μύλε και πού είν’ τ’ αλεύρια σου και πού είν’ ο μυλωνάς σου

πού είναι κι η καλοκυρά που ζεύει τα φτερά σου;”

“Τ’ αλεύρια μου σκορπίσανε όπως σκορπάν τα νιάτα

και τα φτερά μου τρύψαλα σαν κόκκαλα στην στράτα.

Ο μυλωνάς παντρεύτηκε, η νύχτα τον κατέχει

και της κυράς τον άσπρο ανθό, μαύρο σκουλήκι αλέθει”





Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Το χωλό γατάκι - Σοφία Πόταρη

 













Στ’ ασβεστωμένο της αυλής λιθόστρωτο

η ψιψίνα μας βυζαίνει τα μωρά της.

Πώς παλεύουνε την ρόγα για να πιάσουνε

στοματάκια, που ροδίζουν στην χαρά της!

 

Κι ωχ το ένα της, λειψό και κακοσούλουπο,

το πατάνε τ’ άλλα και τ’ απομερίζουν

κι  όλο πείσμα εκείνο χαμοσούρνεται

σιταράκι, που στ’ αλώνι τ’ αλωνίζουν.

 

Γρηγοράδα  και σβελτάδα δεν αξιώθηκε

ποδαράκια δυο μονάχα, ν’ αγωνιέται.

Μα το γάλα πια στο στήθος αποσώθηκε

και η μάνα ησυχασμένη αποτραβιέται.

 

Δυστυχιά του! Νηστικό  και πάλι έμεινε

κι ώχ οι  ώρες και οι μέρες που περνούνε

μοναχά τα δυο του μάτια μεγαλώνουνε.

Μόνο μάτια, ώσπου  κι αυτά ν’ αποσωθούνε.

 


Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Αποκεκαλυμμένοι Άγγελοι - Σοφία Πόταρη

 

















Ευτυχισμένοι που της καθημερινότητας εχάσανε τον δρόμο

που περπατάνε μοναχοί, κουβάρι φλόγινο, στις μύτες των πελμάτων

oι μεθυσμένοι χορευτές, στης ομορφάδας που ακροβατούν τον ώμο

πνιγμένοι ολόκαρδα κι ολόσωμα σε λίμνες μέσα μυθικών θαυμάτων.

Μακάριοι οι πτωχοί τω δόγματι, ότι αυτοί ακεραιώνονται

κι οι πλούσιοι τω κρίματι, που μεταμορφωμένοι αθωώνονται.

 

Ευτυχισμένοι εκείνοι που άπονα ξερίζωσαν του πόνου την αγριάδα

σκαριά, που πλέουν δίχως ίστια και πυξίδα, πλώρη όρτσα στην ρουφήχτρα

oι ωραίοι τρελλοί, που αθώα καίγονται μες στην αγίνωτη λιακάδα

και, σαλιγκάρια, σκάβουν δροσερές στοές σ’ ερήμου αναμμένη πήχτρα.

Μακάριος ο πλανήτης που σ’ Ατλάντων τέτοιων πλάτες αιωρείται

νυν και αεί η αγάπη τους για μήτρα την καρδιά μας θα αιτείται.







Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Το σπίτι μας – Σοφία Πόταρη



To σπίτι μας, λευκά δεν θα ‘χει μάρμαρα
ούτε φτιασίδια
στολίδι κρεμαστό σε βράχων κέντημα
και στα ξεφτίδια.

Το φτωχικό μας σπίτι θα ‘ναι όμορφο
σαν παραμύθι
των ξωτικών και των νεράϊδων πέρασμα
κόντρα στη λήθη.

Ο κήπος του θα καμαρώνει πράσινος
χαρά της γίδας
και στην αυλίτσα του θα γλείφει ο σκύλος μας
χέρι φροντίδας.

Τ’ αγαπημένο σπίτι μας τ’ αξέχαστο
θα ‘ναι η αγάπη
σαλίγκαροι από κάτω του θα φεύγουμε
κάθε δρολάπι. 







Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Το ρημοκλήσι – Σοφία Πόταρη



Στο ερειπωμένο ρημοκλήσι, εκεί, στην άκρη του βουνού,
ο γέρο χρόνος απιθώθη αποσταμένος σ’ αλλουνού
καιρού την αγκαλιά, μωρό, που η μάνα πάντα λαχταρά.
Μακάριο εκείνο στο  βυζί της, κλαίει, γελάει τρυφερά.

Κι είναι τα μάτια των αγίων κερί λιωμένο που κυλά
κι η Παναγία λυπημένη, θέλει μα δεν χαμογελά.
Σαν πέφτει η νύχτα, το φεγγάρι τολμά το βήμα το Ιερό,
την Άγια Τράπεζα σιμώνει κι ασημώνει τον Σταυρό.

Η νυχτερίδα κι η αράχνη ευλαβικοί, παλιοί πιστοί
το ίσο πιάνουν, μα κι αν φάλτσο, ποιό αυτί  θα το νοιαστεί;
Τα χιόνια βρίσκουν τα λιοπύρια αποσταμένα και βαριά
στο ασημένιο το δισκάρι να χύνονται χρυσά φλουριά.

Στο ερειπωμένο ρημοκλήσι κάθε αυγή και δειλινό,
ψαλτάδες τα ξανθά μελίσσια ανάβουνε κερί αγνό.
Κι ο Επιτάφιος  του ανέμου  νεκρανασταίνει την σιγή
στ’ ότε κατήλθες προς θανάτου, αυτή ο παπάς που λειτουργεί. 






Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

απόσπασμα από μία ποιητική μου σύνθεσι


IV
Πόσο απαλά το χέρι σου μπλεκότανε στα δάχτυλά μου φασολιά μεστή!
Βαδίζαμε στις φάνες πάνω κι από κάτω μας το χώμα όλο βαστούσε
τον έρωτα της γης και τ’ουρανού σε χνάρια φωτεινά κι όλο ζητούσε
εμάς, κι από εμάς εκείνο που κανείς δεν ξέρει  απάνω του πώς να πιαστεί..

Κι εμείς την θέλαμε καλέ μου, την ποθούσαμε πολύ εκείνη την μικρή,
την τόση δα μικρούλα βόλτα στο λιβάδι με τα κρίνα που ευτυχούσε
ζεστό από το δέρμα των κορμιών μας  να λαμπρύνεται κι αιμορραγούσε
φίδι που επωάζει υπομονή και πίστη σε αλήθειας σπαραγμό μακρύ..

Μας περιμένει πάντα μια στιγμή πικρή και τρυφερή, εμάς, που πολιούχο
του γυμνωμένου τούτου κόσμου όλο ραβόμαστε απορριγμένο ρούχο..





Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Ανάμνησις – Σοφία Πόταρη

Πάνε χρόνια που κοιμήθηκες βαθιά
και ο κήπος μας πια δεν αναβλασταίνει,
άλλο δεν πυροζωεί η κερασιά
κι ο χειμώνας την καρδιά μου ανασαίνει.

Είχαν κάποτε τα δένδρα μας κλωνιά
τώρα σκέλεθρα τρομαχτικά σαπίσαν,
τ’ άνθη χτίκιασαν και θρέψαν ερημιά,
φλέβες άδειες που ποτέ τους δεν αχνίσαν.

Τώρα σ’ ύπνου ξαποσταίνεις την ακτή
στου ονείρου σου την χώρα δεν λυπάσαι.
Ήσουν κάποτε και μάγευες την γη,
μέσα μου αγάπη θρόϊζες, θυμάσαι;



Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Ελπίδα - Σοφία Πόταρη


Η θλίψι πια στα βλέφαρα βαραίνει,
προφήτης σκοτεινός που ξεψυχάει.
Στο χώμα, ο ίδιος χώμα, επιμένει

μια θύελλα να ζει και να ξεσπάει,
τ’ αξήγητο βαθύ για να βαθαίνει.
Μια κάμα, μες στην σάρκα μελετάει

σωμάτου την φθορά, σαν αυγαταίνει
την λάμψι, που τ’ απόκρυφο τρυπάει
κι αν ξεστρατίζει, αναλαβαίνει.

Το έλεος τ’ απείρου τ' οδηγάει.









Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινόπωρο - Σοφία Πόταρη


Λυγμικά πέφτει το δείλι σε παράπονο βαθύ
και τ’ ανθρώπου η φλογίτσα Θέ μου πώς να κρατηθεί!
Λυχναράκι η ψυχούλα και το λάδι θα σωθεί
αχ του κόσμου η ανάσα τώρα Θέ μου θα σβηθεί.

Αποσώνεται η μέρα κι η φωνή βουβή θα βγει
από σώμα που σε σώμα τώρα μέσα ναυαγεί.
Σε κοιλιάς τα μαύρα σπλάχνα κόσμε αλέθεσαι φαγί
αχ ζωής βαθειά τρομάρα του Θεού η βαθειά πληγή.





Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Οι γριές του χωριού - Σοφία Πόταρη

 











Θυμάμαι του χωριού μου τις γριές
τα καλοκαιρινά τ’ αποσπερνά
φιγούρες μαύρες, σαν θολές σκιές
να φτιάνουν της κηδείας τα σπερνά.

Αμίλητες και σοβαρές, πικρές
το μούτρο τους κομμένο χαρακιά.
Μορφές λιγνές σ’ εικόνες ιερές
κι η πέτσα τους ξερή φραγκοσυκιά.

Θυμάμαι κείνες τις στεγνές μορφές.
Στον κόσμο ήρθαν γριές από κοιλιά
νανούρισμά τους είχανε γραφές
και θρήνους για θανατικά παλιά.

Με δάχτυλα λαφρά, πουλιού οστά
το στάρι ετοιμάζαν του νεκρού,
τα σπλάχνα τους δεν μέρωσε χαρά
γεννήθηκαν για σήκωμα σταυρού.

Θυμάμαι τις γριούλες του χωριού
με την σπαραχτική βουβή λαλιά.
Aθώες, σαν το μάτι τ’ αλαφιού
μoυγγές, σαν παλιοσκιάχτρα για πουλιά.


Βραβείο Αμφικτυονίας Ελληνισμού 2019.



Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Τα παιδιά μας - Σοφία Πόταρη


Ωραία η στιγμή που τα παιδιά μου τρώνε φασολάδα!
Το στόμα τους, μες στον καρπό της γης, ένα χωράφι
κι η γλώσσα τους, αλέτρι που οργώνει την λιακάδα
κι ευλαβικά ζυμώνει τον καρπό σ’ ωραία σκάφη.

Ζουμί κυλάει σαν νέκταρ απ’ ανθί που ξεχειλίζει
και πασαλείβει ολούθε τα λευκά τους πηγουνάκια,
γελούν, ψωμί βουτώντας σαν το γλάρο που ορμίζει
σε άσπρο αφρό κι αρπά σαν αστραπή μικρά ψαράκια.

Φαγάκι ευωδιαστό γλιστράει στα τρυφερά λαιμάκια,
τις φλέβες τους ψυχώνει ποταμός με θεία δώρα,
της γης η αγάπη όλη στων παιδιών μου τα δοντάκια,
ωραία που στεριώνεται η ζωή σ’ ειρήνης ώρα!

Μ’ αλλού, το κόκκινο ζουμί αχνιστό κυλάει αίμα,
από σφαγμένη φλέβα και λαιμό φριχτά κομμένο,
ψυχές, που καταλήγουν σε ζωής πανάθλιο τέρμα,
παιδάκια, καρφωμένα σε μαχαίρι ακονισμένο.

Στ’ άδεια τους πιάτα τίποτα δεν έχει περισσέψει,
κυλιούνται τα παιδιά μου στο γρασίδι ευτυχισμένα.
Tο χώμα, μια καρδιά, την κάθε τους ρουφάει λέξη,
μ’ αλλού, κορμιά χωνεύει από θεριά μακελεμένα.







Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Στην νεκρή γυναίκα - Σοφία Πόταρη



Στης λίμνης τον βυθό βασιλεμένη
ξαπλώνει αφανισμένη και ωχρή
γυναίκα, που αιώνια δικασμένη
θα κείτεται στην λάσπη την ψυχρή.
Κλωνί από το δένδρο αποκομμένο
πια σκέλεθρο και πτώμα δαμασμένο.

Τα μάτια της, που κάποτε λυσσούσαν
της νιότης οι αχόρταστες φωτιές
σπηλιές, π' από την γέννα της διψούσαν
να δρέψουνε ζωής γλυκειές γητειές,
αδειάσαν και κλεψύδρες μες στον χρόνο
φυλάνε του βασίλειού της θρόνο.

Κι εκεί που χείλη κερασιά φουσκώνουν
σε οίστρου φρενιασμένη ηδονή
νερόφιδων καμπύλες ενσαρκώνουν
της φρίκης την ασχήμια, π’ αφθονεί.
Με φύκια και φιλιά σε συμπαιγνία
της λήθης καταλάμπει ευδαιμονία.

Ποιά να ‘ταν; Κόρη, αδελφή ή Νύμφη;
Αρχοντοπούλα ή φτωχή κυρά;
Την σάρκα της σπαράξανε τα στίφη
των ψαριών, εσβήστη η ωραία θωριά
την τραχηλιά, τις κνήμες, τα λαγόνια
ανευλαβή διεκόρευσαν σαγόνια.

Στον έρωτα μπορεί να ‘ταν ταμένη
λαμπάδα, που η πίστη συντηρεί
κι ο θάνατος, που πάντα επιμένει
τον μόνο λόγο να ‘χει, λοιδωρεί.
Ανθρώπινη και θεία υπεροψία
σε σάρκας παγωμένης ακαμψία.

Κοιμάται. Και στου σκότους την γαλήνη
τα κόκκαλά της τρίζουν λυγμικά
σαν του νερού τ’ αστραφτερό λουστρίνι
γλιστράει στο κρανίο ερωτικά.
Σε τελετής δοσμένη αιώνια αιώρα
νυφούλα δέχεται του γάμου δώρα.

Ποιος ξέρει ποιά να τάϊσε την γλίτσα;
Στο χνάρι του ποδιού της, ποιός πατά
που ίσως ζεστή ακόμα λακουβίτσα
την αχνιστή ευωδιά της να βαστά;
Αχ και στο σκέλεθρό της να μπορούσε
η ομορφιά σποράκι ν’ αγρυπνούσε!





Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

O Θάνατος και η Παρθένα – Σοφία Πόταρη



Κανείς δεν ένιωσε πως έσωνες  Μαρία.
Ο γκιώνης μόνο, που σε ύπνο καμωνόταν,
σπασμό χουρχούριζε σ’ ανάσα νύχτας κρύα.
  
Κανείς δεν άκουσε. Η γάτα βατευόταν
κι όπως τα σπλάχνα σου αδειάζαν βουλιαγμένα
σ’ εσχάτη οι στεναγμοί σου τιμωρία πνιγόταν.

Πουλιά τα μάτια σου σε κάνη ήταν σκιαγμένα
ψόφια από δίψα για ζωή κι επιθυμία
σκουλήκια πότιζαν, για αίμα λιμασμένα.

Ω  η απέραντη του σκότους βουλιμία!
Δόντι που ξέγδερνε το άσαρκό σου σώμα
φωτιάς απόσωσμα η ζωή σου, σπίθα μία

βουτά σε καταρράχτη παγωμένο στόμα.



The Death and the Maiden 
Marianne Stokes, 1908



Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Καλοκαίρι – Σοφία Πόταρη


Βιάζεται η φύση, βιάζεται, δεν κάνει πια παζάρια,
μικρά του κόσμου πλάσματα βρυχώνται νια λιοντάρια
ζωή γκρεμούς δεν κυβερνά, γκρεμούς δεν λογαριάζει
στ’ άπατα σεργιανίζεται και τ’ άπατα ζυγιάζει.

Εδώ αχνός ψιθυρισμός, εδώ και τ΄άγριο κλάμα,
το σώμα υνί οργώνεται και σπέρνεται το θάμα,
πώς ανταριάζει η ομορφιά, αγάπη χορτασμένη
με σάρκα και με κόκκαλα γερά καρποδεμένη!

Ανθρώποι, ζώα και κλαδιά λοτρόγυρα φωνάζουν,
στου πάθους την βαθειά κοιλιά ριγούν κι αναστενάζουν,
βιάζεται η φύση και ορμά κι ακράτητη ξαμώνει
κι απ’ το σπαθί του έρωτα ούτε ο Θεός γλιτώνει.