http://sofiapotari.blogspot.gr/

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Στην Όλγα Βαλαωρίτου – Σοφία Πόταρη












Σε ποιό ουρανό 'νειρεύεσαι, ψυχώνεις ποιό αστέρι;
Ιούλη μήνα φούσκωσες, ερωτευμένο αγέρι.

Δεν σ’ ήθελε ο έρωτας να σε νυφοστολίσει,
μόν’ ήθελε καρφί σκληρό μέσα σου να ορκίσει.
Φιλί ακούμπησε βαθύ όλη του η σκοτοδίνη,
σε χείλη κρινολούλουδα, πού τρέμαν μεθυσμένα
τόσο που πόθησε φιλί Όλγα για να σου δίνει,
που διπλωνόταν θάλασσα με σωθικά σκισμένα,
κι ορμούσε και μαζεύονταν στη λύσσα την τυφλή του
και πάλι ματαδίπλωνε κι άπλωνε τη χολή του.

Ορκίστηκες στον έρωτα κι ήρθε και σ’ ηύρε κείνος,
λιμπίστη την καρδούλα σου πού ‘τρεμε άσπρος κρίνος.

Κι όπως η ξέρα στέκεται στην μελανή καρδιά της,
η θάλασσα βαριοχτυπά και γλύφει την αντρειά της
τέρας και όμορφη πολύ, σαν την ουράνια νύμφη,
που μέσα σ' άγριο νυφικό μαγεύει τη θωριά της
και πείνα μαυροκύματη, όπου μ’ αγάπη γλείφει,
συντρίβει κι απολησμονά τα έρμα τα παιδιά της
σε  βρήκε θάλασσας χολή και  ουρανού γλυκάδα,
βραχάκι έζης μικρούτσικο σ’ ωκεανού αγριάδα.

Όλγα, κοιμάσαι σ’ αγκαλιάς γαλήνιο κρεβατάκι,
μα στις κρυφές μου τις σπηλιές ανθίζεις νιο ανθάκι.

Κι ήσουν λουλούδι πάναγνο κι ένα μικρούλι βρύο,
θυσία θέλει για να ζει το τρομερό θηρίο
και σ’ έριξε κατάχαμα, με μάτια θαμπωμένα
και τα στηθάκια σου αχνά να λάμπουν νυφοκέρια,
σαν ρόδα 'πό βοριά σκληρό, ξέφυλλα, τσακισμένα
κι απίθωσε τα στέφανα πα στα νεκρά σου χέρια
λεπτά κοχύλια  τα γλυκά παρθενικά σου μάτια,
σφραγίσαν, Όλγα μου, πικρά σαν μυστικά παλάτια.

Όλγα, σαν πούπουλο λευκό λαφραίνεις το σκοτάδι,
στήθος αφήκες στοργικό σ’ άλλο να πας λιβάδι.

Κι είναι η πλάκα σου βαρειά σαν κουρασμένο χέρι,
τόσες νυχτιές, τόσον καιρό, γραμμάτου βουλοκέρι
κοιμήσου κόρη ανέγγιχτη, σελήνης θυγατέρα
κι αλαφροπάτει το πουλί στο σιωπηλό  το χώμα,
κει π' αεράκι τρυφερό σε σκέπει νύχτα μέρα
και κρίνου μοσκοβόλημα γλυκαίνει σου το δώμα
αστροφεγγίζουν οι ψυχές μές στη γλυκειά ψυχή σου
κι αναθαρρεύω σαν κλαδί π’ ανθίζει στην πνοή σου.

Λευκότατο το χέρι σου απάνω στα μαλλιά μου,
Όλγα, κι εγώ στ’ αστέρι σου θα λάμψω την καρδιά μου!




Η Όλγα, όταν αυτοκτόνησε, σε ηλικία 28 ετών για τον έρωτα του Γιάννη Ψυχάρη.









Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Πλημμύρα με παλίνδρομο χρωστήρα – Σοφία Πόταρη












Αντάξιά σου είναι μόνον η πλημμύρα
εκείνη, π’ αδυσώπητη κι αψιά
ορμάει θειάφι κι αλμυρή πορφύρα
και κόβει την ανάσα μαχαιριά.

Πλημμύρα με παλίνδρομο χρωστήρα.
Το σύννεφό σου μάτι σε σκοπιά
απ’ την ζωή με παίρνεις μ’ αισθητήρα
κι απ’ τον πνιγμό με σώζεις με βουτιά.

Μονάχα εσύ! Γλυκέ εκτοξευτήρα
κυττάρων μου σε άστρων αμμουδιά,
μονάχα εσύ, τρελλέ ηδονοθήρα
μ’ εκθέτεις σε παράνοιας τροχιά.

Θαρρώ έχω την τύχη χρυσοθήρα
μ’ απέλπιδα στον βούρκο την φτυαριά
και άξαφνη, απροσδόκητη πλημμύρα
χρυσώνει του τα χέρια, νου, καρδιά.

Έλα λοιπόν της τύχης μου μνηστήρα
περίσσευμα και έλλειψη βαθιά
και πνίξε με σ’ ολόγιομο κρατήρα
αλμύρα μου και λάβα και φωτιά.



Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Το τραγούδι του κοχυλιού – Σοφία Πόταρη

















-Κοχύλι θαλασσόβρεχτο και μυριοχρονισμένο ,         
εκεί στα βάθια που φυλάς, στ’ άπατα που νυχτώνεις,
πες και σε με τον έρημο, στα βάσανα πνιγμένο
σαν πώς νικάς την μοναξιά, το κύμα πώς μερώνεις;
Κοχύλι μου κακόμοιρο, βαστάς και δεν αγριεύεις
δεν λύγισε η καρδούλα σου μονάχο να κονεύεις;
Αχ και να ήμουν σαν εσέ, την θάλασσα να πίνω
ν’ ακώ θαλασσοτράγουδο και δάκρυ να μη χύνω.
                                            
-Στης θάλασσας την αγκαλιά γω ξέρω να  ελπίζω,
ξέρω τραγούδια της χαράς και της αγάπης πλήθος
μα το πικρό τραγούδι της γω ξέρω ν’ αηδονίζω
σαν κλαίω στης νύχτας την σκλαβιά, στου σκοταδιού το βύθος,
το δάκρυ μου γλυκό φαϊ κι άσπρο μαργαριτάρι,
μερεύει την αγριάδα της μ’ αγάπης θυμητάρι.
Πικρό φαϊ η μοναξιά γλυκογεννάει τραγούδι,
στης σκοτεινιάς την αγκαλιά το πιο λευκό λουλούδι.









Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Τριαντάφυλλο παράξενο – Σοφία Πόταρη






















Σε κήπου την ζεστή αγκαλιά, σ’  αφροσκαμμένο χώμα
ξυπόλυτη περπάτησα μεσημεριού το γιόμα.
Κι είναι τα λούλουδα χρυσά και μυρωμένη η μέρα,
μα μένα η καρδούλα μου σαν κάτι να ζητάει,
ελάφι ανήσυχο η ματιά που’ τρεχε πέρα ως πέρα
κι έν’ αγκαθάκι άγνωστο την απαλοκεντάει.
Τ’ άνθια πλεγμένα γύρω μου το χάδι μου ποθούσαν
τα χείλη μου ματώνανε και τα γλυκορουφούσαν.

Νάρκισσος ήλιος, βασιλιάς και θρέφονταν η μέρα,
χυνόνταν η αγάπη του με πάθος και φοβέρα!
Γεράνια μ΄ αγκαλιάζανε και γιασεμιά μ’ αγγίζαν
κι οι μενεξέδες, σιωπηλοί, ύπνο βαθύ μου φέρνουν,
απάνω  μου μπλεκόντουσαν, τα ρούχα μου ξεσκίζαν,
περικοκλάδες πλανερές στα πόδια φιδοσέρνουν.
Με χρώματα και ηδονές μεθάει τ’ αεράκι
μα μένα την καρδούλα μου τρυπάει αγκαθάκι.

Λαλεί του κήπου η χαρά με τ’ αηδονιού την γλύκα
και  μες στο αίμα μου κυλά ο έρωτάς τους προίκα.

Σε μια του κήπου ανωμεριά, κατεβασιάς το ρέμα
θρέφει μονάχο κι ακριβό τριανταφυλλιάς βελούδο,
κόκκινο, λαμπροστόλιστο, σαν βασιλιά το στέμμα
κι όλου του κήπου η ομορφιά κάστρο λογιέται φρούδο.

Σκοτείνιασαν τα μάτια μου και  πόνεσε η καρδιά μου
τ’ αγκάθι του γαντζώθηκε σκληρά στα σωθικά μου.

Τριαντάφυλλο παράξενο από ουράνια βάθη
στα στήθια μου σαρκώθηκε θηρίο φλογισμένο
κι απ’ της αγάπης το πολύ μας έσφαξε τ’ αγκάθι
κι ερωτοκοιμηθήκαμε θάνατο βελουδένιο.






Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Μοναξιά – Σοφία Πόταρη



Στης σιγαλιάς την ερημιά, στης νύχτας την αγκάλη
πετά η ψυχή μου σαν πουλί σ’ απόμερο ακρογιάλι.
Έρημη χώρα η αμμουδιά κι η θάλασσα μονάχη,
να τρομολάμπει σαν κοιλιάς ολάνοιχτης το αίμα
φλογίζεται η ψυχούλα μου σαν το χρυσό το στάχυ,
που το βαραίνει τ’ άνεμου το μυρωμένο γνέμα
τώρα Θεέ μου ζήλεψα την άκρα σου την μοίρα,
σαν της φωτιάς σου η μοναξιά, στο στήθος μου πλημμύρα.

Στης σιγαλιάς την ερημιά, σε νύχτας καλοσύνη
μάτι ανοίγεται η καρδιά και πια δεν ξανακλείνει.
Έρημος κόσμος, μυστικός, σ’ αγίασμα βουτάει,
σαν το ψαράκι το μικρό, σαν το χλωρό ξυλάκι,
που μες στο βύθος του νερού ζωή κρυφή κυλάει.
Βλασταίνει  η καρδούλα μου μικρούλικο σποράκι
τώρα Θεέ μου πλέξε με στης  θέρμης σου το νήμα,
δικό σου βάλσαμο η ζωή, της μοναξιάς σου ντύμα.

Στης νύχτας την ανασεμιά, σε παλιακό υφάδι,
γλιστράει ρίζα φωτερή, σα νιόβγαλτο ανθοκλάδι
τα φυλλοκάρδια μου τρυπά, τα σπλάχνα αγκιστρώνει
στης μοναξιάς τη λεχωνιά νέα ζωή φτερώνει.







Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη



Κοιλιάς καταραμένης γέννημα φριχτό
Ελένη, σκύλα, με κοιτάς που ορφανίζω
ντροπή ελεεινή της Σπάρτης σε λογίζω
βελόνι σύ στης τύχης μου ήσουν το πλεχτό.

Και είμ’ εδώ, της μοίρας τώρα ξερατό
παιδιά σφαγμένα εγώ νεκροστολίζω
δενδρί απολιθωμένο να θροΐζω
ποιος να με νιώσει κι από ποιόνε ν’ ακουστώ;

Τα μέσα μου καήκαν, κούτσουρο στεγνό
νεκρή να είμαι; Ζω ή έπαψε η καρδιά;
Σιχαμερό κουφάρι θλιβερό, πονώ!

Το σώμα τούτο στης σκλαβιάς την ασκημιά
σαν χτες, που στρώμα ψύχωνε παλατινό
σαν χτες, που πλήθαινε βασιλική γενιά.



Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Εκάβη 
(ΚΘΒΕ 2001)