http://sofiapotari.blogspot.gr/

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Οι γίδες μας - Σοφία Πόταρη



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μικρούλα ήμουν κάποτε, μικρού χωριού παιδάκι,

η μάνα μου χαράματα μ’ έστελνε στο σχολείο

μα πριν την σάκα ζαλωθώ και πάρω το δρομάκι,

κατέβαινα στις γίδες μας για να τους πω αντίο. 


Βγενίτσα μου ευγενική κι Αρχόντω αγαπημένη,

Χιονάτη μου κοντότριχη, Κανέλα κερατούσα

μακάρι να μ’ αφήνανε μαζί σας ξαπλωμένη

τα γράμματα να μάθαινα, με σας να μελετούσα.

 

Η μάνα μ’ έβιαζε, νωρίς να φύγω, μην αργήσω,

τις γίδες μας τις μάλωνε που με καθυστερούσαν

και τώρα σαν τα θυμηθώ το κλάμα θ’ αρχινίσω,

τις γίδες μας αγάπαγα κι εκείνες  μ’ αγαπούσαν.

 

Φωνή δεν είχαν να το πουν, το λέγαν με τα μάτια

τα χέρια μου σαν έγλειφαν,  καλοαλατισμένα

με δάκρυα παιδιάστικα. Με την καρδιά κομμάτια

ξεμάκραινα, ξεμάκραιναν σε χρόνια περασμένα...

 

 


Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Ο μύλος



 









Έστεκε μύλος μια φορά ‘πο πέτρα βουβαμένη

κι έφεγγε άστρο σκοτεινό σε ρεματιά κρυμμένη.

Κρατιόντανε σπαθί παλιό σ’ ανήμπορου το χέρι

με το ποτάμι μάλωνε που γυάλιζε την φτέρη.

Πηγαίναν νιες και χαίρονταν, φεύγανε γριες και κλαίγαν

κι οι δόλιοι οι λεβεντονιοί φαρμακωμένοι λέγαν:

“Μύλε και πού είν’ τ’ αλεύρια σου και πού είν’ ο μυλωνάς σου

πού είναι κι η καλοκυρά που ζεύει τα φτερά σου;”

“Τ’ αλεύρια μου σκορπίσανε όπως σκορπάν τα νιάτα

και τα φτερά μου τρύψαλα σαν κόκκαλα στην στράτα.

Ο μυλωνάς παντρεύτηκε, η νύχτα τον κατέχει

και της κυράς τον άσπρο ανθό, μαύρο σκουλήκι αλέθει”





Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Το χωλό γατάκι - Σοφία Πόταρη

 













Στ’ ασβεστωμένο της αυλής λιθόστρωτο

η ψιψίνα μας βυζαίνει τα μωρά της.

Πώς παλεύουνε την ρόγα για να πιάσουνε

στοματάκια, που ροδίζουν στην χαρά της!

 

Κι ωχ το ένα της, λειψό και κακοσούλουπο,

το πατάνε τ’ άλλα και τ’ απομερίζουν

κι  όλο πείσμα εκείνο χαμοσούρνεται

σιταράκι, που στ’ αλώνι τ’ αλωνίζουν.

 

Γρηγοράδα  και σβελτάδα δεν αξιώθηκε

ποδαράκια δυο μονάχα, ν’ αγωνιέται.

Μα το γάλα πια στο στήθος αποσώθηκε

και η μάνα ησυχασμένη αποτραβιέται.

 

Δυστυχιά του! Νηστικό  και πάλι έμεινε

κι ώχ οι  ώρες και οι μέρες που περνούνε

μοναχά τα δυο του μάτια μεγαλώνουνε.

Μόνο μάτια, ώσπου  κι αυτά ν’ αποσωθούνε.

 


Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Αποκεκαλυμμένοι Άγγελοι - Σοφία Πόταρη

 

















Ευτυχισμένοι που της καθημερινότητας εχάσανε τον δρόμο

που περπατάνε μοναχοί, κουβάρι φλόγινο, στις μύτες των πελμάτων

oι μεθυσμένοι χορευτές, στης ομορφάδας που ακροβατούν τον ώμο

πνιγμένοι ολόκαρδα κι ολόσωμα σε λίμνες μέσα μυθικών θαυμάτων.

Μακάριοι οι πτωχοί τω δόγματι, ότι αυτοί ακεραιώνονται

κι οι πλούσιοι τω κρίματι, που μεταμορφωμένοι αθωώνονται.

 

Ευτυχισμένοι εκείνοι που άπονα ξερίζωσαν του πόνου την αγριάδα

σκαριά, που πλέουν δίχως ίστια και πυξίδα, πλώρη όρτσα στην ρουφήχτρα

oι ωραίοι τρελλοί, που αθώα καίγονται μες στην αγίνωτη λιακάδα

και, σαλιγκάρια, σκάβουν δροσερές στοές σ’ ερήμου αναμμένη πήχτρα.

Μακάριος ο πλανήτης που σ’ Ατλάντων τέτοιων πλάτες αιωρείται

νυν και αεί η αγάπη τους για μήτρα την καρδιά μας θα αιτείται.







Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

Το παλιό σπίτι στο Νιχώρι – Σοφία Πόταρη

 










Κρεμόταν σύγνεφο βαρύ στην λαιμουδιά της μέρας

κι ο δρόμος έξω απ’ το χωριό σαν φίδι κατεβαίνει…

Φωνή καμιά, παντού ερμιά και σούρσιμο γουστέρας

μονάχα ετραμπάλιζε στην πέτρα, που αφημένη

την μοναξιά και την σιωπή βύζαινε της φοβέρας.

 

Ερμιά. Το σπίτι μοναχό και μισογκρέμιο στέκει

σαν σώμα δίχως πρόσωπο, σαν ζο μισοσφαγμένο

χάσκει ανοιχτό, δεντρί θεριό, που μαύρο αστροπελέκι

το ρήμαξε και το ’ριξε στο χώμα λιανισμένο,

σπίτι που βόλια τις χαρές κροτούσε σαν ντουφέκι.

 

Σκύψαμε και τα χέρια μας χαϊδέψαν το χορτάρι

εκεί που στρώμα κάποτε ανάπαυε ένα σώμα.

Λεχούδι να ’ταν τρυφερό; γερόντου το κουφάρι

ή σώμα έρωτα ζεστό, που ψίθυρος σε στόμα

αγέρα, γλύκαινε κρυφά το κάθε μας αχνάρι;

 

To χέρι σου τρεμούλιασε σαν άγγιξε την πέτρα

μεσοτοιχιάς, που σκέλεθρο αποτρόπαιο ξεμένει

ένα καρφί, καρφί λιανό, στου χρόνου την φαρέτρα

τράβηξες, και πετάρισε ψυχούλα καρφωμένη

από σταυρό, που μάρτυρα την κράταγε κι εμέτρα

 

φωνές, κουβέντες, κλάματα κι ανθρώπους σαν φεγγάρια,

ψυχορραγήματα, γκαστριές, γάμους και πανηγύρια,

τα πετεινάρια που ’σφαζαν στης πλάκας τα λιθάρια,

ποτήρια που υψώνονταν μες στα χρυσά λιοπύρια –

καρφί, μπηγμένο μαχαιριά στου χρόνου τα σφαχτάρια.


Δημοσιευμένο στο βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος, Λευκάδα 2018

 


Παρασκευή 28 Μαΐου 2021