http://sofiapotari.blogspot.gr/

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σε βατουριώνα μπλέχτηκα - Σοφία Πόταρη




















Σε βατουριώνα μπλέχτηκα, τ’ αγκάθια με κρατούνε…
Σκούζω, χτυπιέμαι, αγκομαχώ, μα εκείνα δεν μ’ ακούνε.

– Άσε με, βάτε, να χαρείς, κι η νύχτα ξαγριώνει,
μαύρα σπαθιά τα νύχια της τώρα ξεθηκαρώνει.
Λύσε με, και νερού δροσιά την ρίζα σου να ευφραίνει, 
έχω γυναίκα όμορφη που εμένα περιμένει…
– Αν θέλεις λεύτερος να βγεις, αν θέλεις να ξεμπλέξεις,
φέρ’ την ταχειά τ’ απόβραδο, εσύ να μας παντρέψεις!

Αμέσως λευτερώθηκε, υπόσχεση που εδώκε,
κι ευθύς γυρνά στο σπίτι του και πνεύμα παραδώκε…
Ψωμί μ’ αγκάθια καταπιεί, κρασί πικρό γουλιάζει,
πίνει νερό να δροσιστεί, του κάκου, αναγουλιάζει.

– Τι έχεις άντρα μου καλέ, τι έχεις λεβεντιά μου;
Μαύρος σκορπιός, αν έφταιξα, να φάει την καρδιά μου!
– Μηδέ με πίκρανες καλή, μηδέ με φαρμακώνεις,
την δόλια την καρδούλα μου εσύ την αιματώνεις.
– Άμα δικιά μου η φταιξιά, και η γιατρειά δικιά μου,
γείρε στο στρώμα μας, να ζεις, κι έλα στην αγκαλιά μου!

Στο στρώμα κύλησε ταυρί, λυσσομανάει και γρύζει
και στο γλυκό της το βυζί μωρό που κλαψουρίζει.
– Τι έχεις άντρα μου καλέ, τι σε βαριοκαρδίζει;
Έλα στο στόμα μου να φτεις ό,τι σε βασανίζει.

Στα χείλη της κεράστηκε του πόθου την γλυκάδα
μα ο νους του πυρετώδικα δούλευε με σπιρτάδα.
– Αύριο καβάλα στο φαρί θα πάμε στο ποτάμι
να με βοηθάς να ξεριζώ βαθύριζο καλάμι.
– Τι να το κάνεις, άντρα μου, της καλαμιάς το ξύλο;
– Θέλω κονάκι αλαφρύ να φτιάσω για το σκύλο.

Καβάλα την κουβάλησε στην άκρη το ποτάμι.
Τα δάκρυα σαν σκούπιζε, μαύριζεν η παλάμη.
Την ξάπλωσε στην χορταριά, στην μαλακήν αγριάδα,
άγριο κριάρι αφρομανάει ’πο πάνω απ’ την αρνάδα.

Σείστηκε ο βάτος κι αγκαθιά ξαμώνει με φοβέρα,
βούτηξε τ’ ώριο το κορμί κι ευθύς περνάει βέρα
στο δαχτυλάκι το μικρό και στο λαιμό τον άσπρο –
κι έμειν’ εκείνος να θρηνεί σαν νύχτα δίχως άστρο.