http://sofiapotari.blogspot.gr/

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Τριαντάφυλλο παράξενο – Σοφία Πόταρη


Σε κήπου την ζεστή αγκαλιά, σ’  αφροσκαμμένο χώμα
ξυπόλυτη περπάτησα μεσημεριού το γιόμα.
Κι είναι τα λούλουδα χρυσά και μυρωμένη η μέρα,
μα μένα η καρδούλα μου σαν κάτι να ζητάει,
ελάφι ανήσυχο η ματιά που’ τρεχε πέρα ως πέρα
κι έν’ αγκαθάκι άγνωστο την απαλοκεντάει.
Τ’ άνθια πλεγμένα γύρω μου το χάδι μου ποθούσαν
τα χείλη μου ματώνανε και τα γλυκορουφούσαν.

Νάρκισσος ήλιος, βασιλιάς και θρέφονταν η μέρα,
χυνόνταν η αγάπη του με πάθος και φοβέρα!
Γεράνια μ΄ αγκαλιάζανε και γιασεμιά μ’ αγγίζαν
κι οι μενεξέδες, σιωπηλοί, ύπνο γλυκό μου φέρνουν,
απάνω  μου μπλεκόντουσαν, τα ρούχα μου ξεσκίζαν,
περικοκλάδες πλανερές στα πόδια φιδοσέρνουν.
Με χρώματα και ηδονές μεθάει τ’ αεράκι
μα μένα την καρδούλα μου τρυπάει αγκαθάκι.

Λαλεί του κήπου η χαρά με τ’ αηδονιού την γλύκα
και  μες στο αίμα μου κυλά ο έρωτάς τους προίκα.
Σε μια του κήπου ανωμεριά, κατεβασιάς το ρέμα
θρέφει μονάχο κι ακριβό τριανταφυλλιάς βελούδο,
κόκκινο, λαμπροστόλιστο, σαν βασιλιά το στέμμα
κι όλου του κήπου η ομορφιά κάστρο λογιέται φρούδο.
Σκοτείνιασαν τα μάτια μου και  πόνεσε η καρδιά μου
τ’ αγκάθι του γαντζώθηκε σκληρά στα σωθικά μου.

Τριαντάφυλλο παράξενο από ουράνια βάθη
στα στήθια μου σαρκώθηκε θηρίο φλογισμένο
κι απ’ της αγάπης το πολύ μας έσφαξε τ’ αγκάθι
και γλυκοκοιμηθήκαμε θάνατο βελουδένιο.






Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Μοναξιά – Σοφία Πόταρη




















Στης σιγαλιάς την ερημιά, στης νύχτας την αγκάλη
πετά η ψυχή μου σαν πουλί σ’ απόμερο ακρογιάλι
έρημη χώρα η αμμουδιά κι η θάλασσα μονάχη,
ν’ ασημολάμπει σαν κοιλιάς ολάνοιχτης το αίμα
φλογίζεται η ψυχούλα μου σαν το χρυσό το στάχυ,
που το βαραίνει τ’ άνεμου το μυρωμένο γνέμα
τώρα Θεέ μου ζήλεψα την άκρα σου τη μοίρα,
σαν της φωτιάς σου η μοναξιά το στήθος μου επλημμύρα

Στης σιγαλιάς την ερημιά, σε νύχτας καλοσύνη
μάτι ανοίγεται η καρδιά και πια δεν ξανακλείνει
έρημος κόσμος, μυστικός, σ’ αγίασμα βουτάει,
σαν το ψαράκι το μικρό, σαν το χλωρό ξυλάκι,
που μες στο βύθος του νερού ζωή γλυκειά κυλάει.
Βλασταίνει  η καρδούλα μου μικρούλικο σποράκι
τώρα Θεέ μου πλέξε με στης  θέρμης σου το νήμα,
δικό σου βάλσαμο η ζωή, της μοναξιάς σου ντύμα

Στης νύχτας την ανασεμιά, σε παλιακό υφάδι,
γλιστράει ρίζα φωτερή, σα νιόβγαλτο ανθοκλάδι
τα φυλλοκάρδια μου τρυπά, τα σπλάχνα αγκιστρώνει
στης μοναξιάς τη λεχωνιά νέα ζωή φτερώνει







Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη








































Κοιλιάς καταραμένης γέννημα φριχτό!
Ελένη, σκύλα, με κοιτάς που ορφανίζω
ντροπή ελεεινή της Σπάρτης σε λογίζω,
μαύρο οι Θεοί μου ετοίμαζαν πλεχτό.

Και είμ’ εδώ, της μοίρας τώρα ξερατό,
παιδιά σφαγμένα εγώ νεκροστολίζω,
δενδρί απολιθωμένο να θροΐζω,
ποιος να με νιώσει κι από ποιόνε ν’ ακουστώ;

Τα μέσα μου καήκαν, κούτσουρο στεγνό,
νεκρή να είμαι; Ζω ή έπαψ’ η καρδιά;
Σιχαμερό κουφάρι θλιβερό, πονώ!

Το σώμα τούτο στης σκλαβιάς την ασκημιά,
κάποτε στρώμα ψύχωνε παλατιανό,
κάποτε πλήθαινε βασιλική γενιά.



Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Εκάβη 
(ΚΘΒΕ 2001)




Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Γυναίκα του καλοκαιριού Beach Love – Σοφία Πόταρη


Σ’ έβλεπα που περπάταγες στης θάλασσας την άκρη,
φιγούρα κυματόλουστη και ηλιοδαγκωμένη.
Το φόρεμά σου γλίστραγε, όπως ματιώνε δάκρυ
και τα μαλλιά σου άστραφταν σε πλάτη γυαλισμένη.

Ήσουν σκυφτή και σκεφτική, τα χέρια σταυρωμένα,
μέση λεπτή κι ερωτική, σαν ερωδιού καμπύλη.
Κοιλίτσα, πρόσκλησι ανοιχτή στης μοίρας τα γραμμένα,
μηροί και γάμπες ζηλευτοί, οδός σ’ ωραία πύλη.

Τα δαχτυλάκια σου λευκά, ελάμπαν άγριο ρύζι
τα πέλματά σου, στόματα, την άμμο πώς φιλούσαν!
Νεράκι σαν στα χάϊδευε σ’ έρωτα μετερίζι
κρυφόβραζε η  θάλασσα, τα βότσαλα βογκούσαν.

Περπάταγες και άρπαζες καλοκαιριού την κάψα,
που  έσπαγε στην αμμουδιά αλμύρα λιγωμένη,
σαν την κοπέλα που ποθεί τον έρωτα με κλάψα
και με πισωγυρίσματα παρθένα πάντα μένει.

Σε κοίταζα κι ευχόμουνα να ήμουν πιο κοντά σου,
ο φίλος σου, ο άντρας σου, έστω κι ο αδελφός σου,
νήμα και κρόσσι ας ήμουνα στο δροσοφόρεμά σου,
κορδόνι ας φιδογύριζα αχ στον αστράγαλό σου!

Μα σύ δοσμένη ολόγιομη στης θάλασσας τ’ αλάτι,
με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα κι αχόρταστα τα μάτια,
λυγιόσουν σαν το ζηλευτό, το καθαρόαιμο άτι
και αγνοούσες γύρω σου πως γκρέμιζες παλάτια.

Πόσο το είναι λαχταρά έστω σου και το νύχι!
Στ’ αγκίστρι σου με δόλωσες ψαράκι γλυκαμένο!
Ζηλεύω και οργίζομαι με του νερού την τύχη,
μονομαχία ορέγομαι να πέσει σκοτωμένο!

Διαολισμένο θηλυκό να με κοιτάξεις γύρνα!
Δε νιώθεις την παράφορη της σάρκας μου τη λάβρα;
Ένα σου βλέμμα χάρισε να σε μυρώσω σμύρνα,
έτοιμος είμαι να συρθώ κοντά σου σαν τη σαύρα!

Μη φεύγεις κόρη θερινή, γυναίκα της αλμύρας!
Μείνε λιγάκι να σε δω, ν' αφρίσω στην πνοή σου!
Να γλυκογέρνεις, να λυγάς κι εγώ ηδονοθήρας
να βολοδέρνω μοναχός στη θέα τη δική σου...



Painting, “Beach love”
By Lluis Ribas