http://sofiapotari.blogspot.gr/

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Στην νεκρή γυναίκα - Σοφία Πόταρη



Στης λίμνης τον βυθό βασιλεμένη
ξαπλώνει αφανισμένη και ωχρή,
γυναίκα, που αιώνια δικασμένη
θα κείτεται στην λάσπη την ψυχρή.
Κλωνί από το δένδρο αποκομμένο
πια σκέλεθρο και πτώμα δαμασμένο.

Τα μάτια της, που κάποτε λυσσούσαν
της νιότης οι αχόρταστες φωτιές,
σπηλιές, π' από την γέννα της διψούσαν
να δρέψουνε ζωής γλυκειές γητειές,
αδειάσαν και κλεψύδρες μες στον χρόνο,
φυλάνε του βασίλειού της θρόνο.

Κι εκεί που χείλη κερασιά φουσκώνουν
σε οίστρου φρενιασμένη ηδονή,
νερόφιδων καμπύλες ενσαρκώνουν
της φρίκης την ασχήμια, π’ αφθονεί.
Με φύκια και φιλιά σε συμπαιγνία
της λήθης καταλάμπει ευδαιμονία.

Ποιά να ‘ταν; Κόρη, αδελφή ή Νύμφη;
Αρχοντοπούλα ή φτωχή κυρά;
Την σάρκα της σπαράξανε τα στίφη
των ψαριών, εσβήστη η ωραία θωριά,
την τραχηλιά, τις κνήμες, τα λαγόνια
ανευλαβή διακόρευσαν σαγόνια.

Στον έρωτα μπορεί να ‘ταν ταμένη,
λαμπάδα, που η πίστη συντηρεί
κι ο θάνατος, που πάντα επιμένει
τον μόνο λόγο να ‘χει, λοιδωρεί.
Ανθρώπινη και θεία υπεροψία,
σε σάρκας παγωμένης ακαμψία.

Κοιμάται. Και στου σκότους την γαλήνη
τα κόκκαλά της τρίζουν λυγμικά,
σαν του νερού τ’ αστραφτερό λουστρίνι
γλιστράει στο κρανίο ερωτικά.
Σε τελετής δοσμένη αιώνια αιώρα,
νυφούλα δέχεται του γάμου δώρα.

Ποιος ξέρει ποιά να τάϊσε την γλίτσα;
Στο χνάρι του ποδιού της, ποιός πατά,
που ίσως ζεστή ακόμα λακουβίτσα,
την αχνιστή ευωδιά της να βαστά;
Αχ και στο σκέλεθρό της να μπορούσε
η ομορφιά σποράκι ν’ αγρυπνούσε!