http://sofiapotari.blogspot.gr/

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Του Παπαφλέσσα– Σοφία Πόταρη



Του Παπαφλέσσα– Σοφία Πόταρη














αχ ποταμέ μου εσύ καλέ με τ’ ασπροχαλικάκια 
με τα κρυστάλλινα νερά, τα γάργαρα ρυάκια
εσύ που  όρη και βουνά με πεδινά μονοιάζεις
σαν με ζωή και με δροσιά τα κρύφια τους μπολιάζεις
που βράχους σκάφτεις και τρυπάς και δέντρα ξερριζώνεις
και τα προικιά της λυγερής λευκαίνεις και μυρώνεις
πες μου καλέ μου ποταμέ γιατί  είσ’ ανταριασμένος
γιατί λιθάρια και γκρεμά βαράς φουρτουνιασμένος;
-σήμερα μέρα θλιβερή, σήμερα μέρα μαύρη
σήμερα τρύπα το σκυλί ν’ αναπαυτεί  δε θάβρει
μοιρολογάει η Πολιανή κι η Μεσσηνία μαυρίζει
τι ο ήλιος εβασίλεψε κι άλλο δε θα φωτίζει
ο Παπαφλέσσας έπεσε στη ράχη στο Μανιάκι
κι απάνω στο ταμπούρι του κλαίει  μαυροπουλάκι




 
 

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το όνειρο – Σοφία Πόταρη

Το όνειρο – Σοφία Πόταρη



εψές σ’ είδα στον ύπνο μου σ’ ωραίο περιβολάκι
μάζευες  χαμολούλουδα να φτιάσης στεφανάκι

είχες την ήλιο στη ματιά, τ’ άστρα στο λαιμουδάκι
και στο μικρό σου δάχτυλο χρυσό δαχτυλιδάκι

κι εκεί στην πέτρα πού ‘κατσες ανασασμό να πάρης
το γάμο σου μελέταγες και τα προικιά που ράβεις

κι όπως γελούσες κι έλαμπες στου Μάη τα λουλούδια
μαύρο θεριό σπιρούνιασες με του έρωτα τραγούδια

στην πέτρα του αναδεύεται, στην ισκιερή φωλιά του
του σκότους όφις θέριεψε στα πόδια σου αποκάτου

γυναίκα του σε θέλησε, του λιθαριού στολίδι 
τη γλώσσα του στο δάχτυλο πέρασε δαχτυλίδι

σαν τον κισσό τυλίχτηκε στ’ ωραίο σου το σώμα
αναγαλλιάζει και ριγά κι αφρούς βγάνει απ’ το στόμα

κι όπως η μύγα στον ιστό χτυπιέται κι αποκάμνει
σπαρτάρισμα του χάρισες δική του πριν σε κάμει

πάνω σου κουλουριάστηκε  και σε σφιχταγκαλιάζει
στο τρυφερό το στήθος σου μαύρο κεντρί  αδειάζει

εβουβαθήκαν τα πουλιά, λουφάξανε τα κρίνα
κι ένα στεφάνι απόμεινε στης πέτρας σου το μνήμα





Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

η οδύνη της Οφηλίας – Σοφία Πόταρη



η οδύνη της Οφηλίας – Σοφία Πόταρη















μια οδύνη, μια οδύνη σαλεύει τα σπλάχνα του βουνού
λυγμό πηχτώνοντας σα σύννεφο που σπαρταρά ψιχάλα
ποιος κλαίει, ποιος θρηνεί; μήπως αγγέλοι τ’ ουρανού;
ανθρώποι; στοιχειά; ή του δυστυχισμένου η κρεμάλα;

μια οδύνη αβάσταχτη, σκληρή, βάφει τα δέντρα  βυσσινιά
κορμιά που αιματώνουν της νυχτιάς τη μυστική θυσία
πάχνη σκεπάζει τα κλαδιά που στάζουνε σιωπή βαθειά
και η φρυγμένη γη συσπάται σε φριχτή τελετουργία

δεν είν’ ο άγγελος που θλίβεται ούτε ο Ορφέας με τη λύρα
η Ιφιγένεια είναι μακριά πολύ, μακάρια γλυκοκοιμάται τώρα
μήτε κι ο Φρίξος  κλαίει την Έλλη στου Πόντου την αρμύρα

την αφροδισία, που πυρωμένη γύρεψε το εράσμιο σώμα
δέσποινα είναι, κόρη τρισεύγενη,  χλωμή ξωθιά, η Οφηλία
που κλαίει κατάμονη στου δάσους της τη ζοφερή αγωνία




painting "Ophelia"
by John Everett Millais, 1851-52