http://sofiapotari.blogspot.gr/

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

O Θάνατος και η Παρθένα – Σοφία Πόταρη


O Θάνατος και η Παρθένα – Σοφία Πόταρη




















Κανείς δεν ένιωσε πως έσωνες  Μαρία.
Ο γκιώνης μόνο, που σε ύπνο καμωνόταν,
σπασμό χουρχούριζε σ’ ανάσα νύχτας κρύα.
  
Κανείς δεν άκουσε. Η γάτα βατευόταν.
Κι όπως τα σπλάχνα σου αδειάζαν βουλιαγμένα
σ’ εσχάτη οι στεναγμοί σου τιμωρία πνιγόταν.

Πουλιά τα μάτια σου σε κάνη ήταν σκιαγμένα.
Ψόφια από δίψα για ζωή κι επιθυμία,
σκουλήκια πότιζαν για αίμα λιμασμένα.

Ω  η απέραντη του σκότους βουλιμία!
Δόντι που ξέγδερνε το άσαρκό σου σώμα.
Φωτιάς απόσωσμα η ζωή σου, σπίθα μία

βουτά σε καταρράχτη παγωμένο στόμα .










The Death and the Maiden 
Marianne Stokes, 1908







Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Η μιλιά της μηλιάς – Σοφία Πόταρη

Η μιλιά της μηλιάς – Σοφία Πόταρη




































Κορίτσι αποξεχάστηκε σ' αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του.
Το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου.
Φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.

Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!

Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούϊξε και στα βαθειά το πάει…

Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν...
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντάει, αγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι.
Μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…

Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα μ' ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…

Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι.
Μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν.
Πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.

Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…

Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει.
Άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…






Τρίτη, 8 Μαΐου 2018


Του έρωτα οι νοστιμιές - Σοφία Πόταρη














Με του έρωτα τις νοστιμιές στου πόθου τα σεντόνια,
αγριάδες γίναν τα κρινιά και λύκοι τα αηδόνια…








Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Καλοκαίρι – Σοφία Πόταρη


Καλοκαίρι – Σοφία Πόταρη





































Βιάζεται η φύση, βιάζεται, δεν κάνει πια παζάρια,
μικρά του κόσμου πλάσματα βρυχώνται νια λιοντάρια.
Ζωή γκρεμούς δεν κυβερνά, γκρεμούς δεν λογαριάζει
στ’ άπατα σεργιανίζεται και τ’ άπατα ζυγιάζει.

Εδώ αχνός ψιθυρισμός, εδώ και τ΄άγριο κλάμα,
το σώμα υνί οργώνεται και σπέρνεται το θάμα.
Πώς ανταριάζει η ομορφιά, αγάπη χορτασμένη
με σάρκα και με κόκκαλα γερά καρποδεμένη!

Ανθρώποι, ζώα και κλαδιά λοτρόγυρα φωνάζουν,
στου πάθους την βαθειά κοιλιά ριγούν κι αναστενάζουν.
Βιάζεται η φύση και ορμά κι ακράτητη ξαμώνει
κι απ’ το σπαθί του έρωτα ούτε ο Θεός γλιτώνει.










Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ματαιότης – Σοφία Πόταρη

Ματαιότης – Σοφία Πόταρη


Του κορμιού τ’ αγαλήνευτο ξίφος
σαν θερίζει του έρωτα στάχυ,
ατσαλώνει θανάτου το βύθος,
που σαθρό το χτυπά ριζοβράχι.

Και του χρόνου η κλώσσα πορφύρα,
ξαναμμένη σε σκότους το σκιάσμα,
μαρμαρώνει την έφηβη λύρα,
π’ αποσώνεται κύκνειο άσμα.

Μια παλιά φορεσιά σαβανώνει
του σωμάτου τα βάθη και ύψη
και το ρόδο που μύρο φλογώνει,
συνωμότης σε θάνατου σήψη.




Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Αθωότητα – Σοφία Πόταρη



Αθωότητα – Σοφία Πόταρη

 













Κοίταξε τ’ ανέμελο, το μικρό παιδί,
παίζει στη νυχτερινή, τρυφερή σελήνη.
Η αχνή ψυχούλα του σαν λεπτό κλαδί,
στα γλυκά ματάκια του πόσο φως ξεχύνει!

Έπαιξε στ’ απάτητα,  τ’ ουρανού σκαλιά
κι ήρθε χαμογελαστό, απαλό χειλάκι,
την ζεστή πνοούλα του με χρυσά φιλιά,
ν’ ακουμπήσει πάνω μας μαργαριταράκι.

Και τ’ αστέρι τ’ άγρυπνo και το μακρινό,
κοίταζε κατάπληκτο κι άλαλο θαυμάζει,
το παιδί που στέκεται άστρο φωτεινό
και που λάμπει πιότερο κι απ’ το φως που βγάζει.




Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Το παράξενο ανθί – Σοφία Πόταρη

Το παράξενο ανθί – Σοφία Πόταρη


-Έλα Λενιώ μας, κόπιασε να κάτσεις συντροφιά μας,
με το Ρηνιώ, με το Βουλιώ, με την καλή τη θειά μας.
Μύθια να πούμε απ’ τα παλιά κι απ΄τα λησμονημένα,
για μάχες και για  βασιλείς και κάστρα πατημένα.
Άϊντε Λενιώ μου όμορφο, μονάχο σου μην στέκεις,
τα βάσανα, με τους δικούς μάθε να τα ξεμπλέκεις.
Σώθηκε η μέρα η λαμπρή κι η νύχτα σαν θεριέψει,
φεγγάρι θά ‘βγει να μας βρει, να μας γλυκομαγέψει.
Έλα κορίτσι μου χρυσό κι ο κύρης σου αχ λιώνει,
να βλέπει το καμάρι του να μαυρομαραζώνει...

-Άσε με μάνα μου να ζεις, κουβέντες δεν τις θέλω,
μένα η νύχτα μέσα μου πλέκεται  μαύρο βέλο.
Κάθε που παίρνει και θαμπά ξοδιάζεται η μέρα,
ένα ποτάμι αλλόκοτο βουίζει πέρα ως πέρα.
Μέσα μου μπαίνει με ορμή κι αντάρα μανιασμένη,
να με βουλιάξει θέλει το, να μ’ έχει κρατημένη.
Με πλάνεψαν και με τραβούν τα κρούσταλλα νερά του!
Κι εκεί μακριά που χάνεται σε ρίζα μαύρου βάτου,
‘πο πέτρα κάτω και θεριό και ριζιμιό λιθάρι,
θρέφει απόσκιο και κρυφό, κατάμαυρο χορτάρι.
Κεί ‘ναι πικράνθι μοναχό, πικράνθι σταυρωμένο,
μαύρα τα πέταλα  βαστά και στέκει γυαλισμένο.

Το μύρισα, μανούλα μου, το κρίνο του θανάτου,
αχ και με σέρνει αφίλητη στην πέτρα του ‘πό κάτου.