http://sofiapotari.blogspot.gr/

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Εγώ – Σοφία Πόταρη




















Τί τέλεια της φύσης η αρμονία!
Τ’ αρνάκι τούτο που μπροστά μου βλέπω
στου χορταριού δοσμένο την λαγνεία
δεν είν’ αρνί, είναι μια κάποια υποψία
του εαυτού  που έχω κι ανατρέπω.

Και η σαύρα η ζαλισμένη, θεία
σκιά μου είναι κι αυτή, που κάποτε
στης πέτρας πάνω την καυτή θητεία
αποτυπώθη ανεμελιάς θωπεία
και αναθρέφει μυστικά μου πέπρωται.

Ω γάτα εσύ στιλπνή και βελουδένια,
ποια τρομερή φυλάς ζωής μου πύλη!
Πόσο βαθειά τροχίζεις με ευγένεια
παλμούς, π’ ανατριχιάζουν την συγγένεια
χεριών μου με της ράχης την καμπύλη!

Κι εσύ  άγνωστο γνωστό μου περιστέρι
που έφυγες της Κιβωτού την κλούβα
πετάς για να μου πεις πως δεν διαφέρει
Θεού αν λιονταρίσιο είμαι χέρι
ή λίπασμα σε σκουληκιού την γούβα.


Το ποίημά μου αυτό βραβεύτηκε στον 7ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας.






Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σε βατουριώνα μπλέχτηκα - Σοφία Πόταρη




















Σε βατουριώνα μπλέχτηκα, τ’ αγκάθια με κρατούνε…
Σκούζω, χτυπιέμαι, αγκομαχώ, μα εκείνα δεν μ’ ακούνε.

– Άσε με, βάτε, να χαρείς, κι η νύχτα ξαγριώνει,
μαύρα σπαθιά τα νύχια της τώρα ξεθηκαρώνει.
Λύσε με, και νερού δροσιά την ρίζα σου να ευφραίνει, 
έχω γυναίκα όμορφη που εμένα περιμένει…
– Αν θέλεις λεύτερος να βγεις, αν θέλεις να ξεμπλέξεις,
φέρ’ την ταχειά τ’ απόβραδο, εσύ να μας παντρέψεις!

Αμέσως λευτερώθηκε, υπόσχεση που εδώκε,
κι ευθύς γυρνά στο σπίτι του και πνεύμα παραδώκε…
Ψωμί μ’ αγκάθια καταπιεί, κρασί πικρό γουλιάζει,
πίνει νερό να δροσιστεί, του κάκου, αναγουλιάζει.

– Τι έχεις άντρα μου καλέ, τι έχεις λεβεντιά μου;
Μαύρος σκορπιός, αν έφταιξα, να φάει την καρδιά μου!
– Μηδέ με πίκρανες καλή, μηδέ με φαρμακώνεις,
την δόλια την καρδούλα μου εσύ την αιματώνεις.
– Άμα δικιά μου η φταιξιά, και η γιατρειά δικιά μου,
γείρε στο στρώμα μας, να ζεις, κι έλα στην αγκαλιά μου!

Στο στρώμα κύλησε ταυρί, λυσσομανάει και γρύζει
και στο γλυκό της το βυζί μωρό που κλαψουρίζει.
– Τι έχεις άντρα μου καλέ, τι σε βαριοκαρδίζει;
Έλα στο στόμα μου να φτεις ό,τι σε βασανίζει.

Στα χείλη της κεράστηκε του πόθου την γλυκάδα
μα ο νους του πυρετώδικα δούλευε με σπιρτάδα.
– Αύριο καβάλα στο φαρί θα πάμε στο ποτάμι
να με βοηθάς να ξεριζώ βαθύριζο καλάμι.
– Τι να το κάνεις, άντρα μου, της καλαμιάς το ξύλο;
– Θέλω κονάκι αλαφρύ να φτιάσω για το σκύλο.

Καβάλα την κουβάλησε στην άκρη το ποτάμι.
Τα δάκρυα σαν σκούπιζε, μαύριζεν η παλάμη.
Την ξάπλωσε στην χορταριά, στην μαλακήν αγριάδα,
άγριο κριάρι αφρομανάει ’πο πάνω απ’ την αρνάδα.

Σείστηκε ο βάτος κι αγκαθιά ξαμώνει με φοβέρα,
βούτηξε τ’ ώριο το κορμί κι ευθύς περνάει βέρα
στο δαχτυλάκι το μικρό και στο λαιμό τον άσπρο –
κι έμειν’ εκείνος να θρηνεί σαν νύχτα δίχως άστρο.






Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

O Θάνατος και η Παρθένα – Σοφία Πόταρη



















Κανείς δεν ένιωσε πως έσωνες  Μαρία.
Ο γκιώνης μόνο, που σε ύπνο καμωνόταν,
σπασμό χουρχούριζε σ’ ανάσα νύχτας κρύα.
  
Κανείς δεν άκουσε. Η γάτα βατευόταν.
Κι όπως τα σπλάχνα σου αδειάζαν βουλιαγμένα
σ’ εσχάτη οι στεναγμοί σου τιμωρία πνιγόταν.

Πουλιά τα μάτια σου σε κάνη ήταν σκιαγμένα.
Ψόφια από δίψα για ζωή κι επιθυμία
σκουλήκια πότιζαν, για αίμα λιμασμένα.

Ω  η απέραντη του σκότους βουλιμία!
Δόντι που ξέγδερνε το άσαρκό σου σώμα.
Φωτιάς απόσωσμα η ζωή σου, σπίθα μία

βουτά σε καταρράχτη παγωμένο στόμα.



The Death and the Maiden 
Marianne Stokes, 1908



Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Η μιλιά της μηλιάς – Σοφία Πόταρη




































Κορίτσι αποξεχάστηκε σ' αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του.
Το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου.
Φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.

Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!

Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούϊξε και στα βαθειά το πάει…

Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν...
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντάει, αγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι.
Μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…

Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…

Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι.
Μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν.
Πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.

Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…

Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει.
Άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…






Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Καλοκαίρι – Σοφία Πόταρη





































Βιάζεται η φύση, βιάζεται, δεν κάνει πια παζάρια,
μικρά του κόσμου πλάσματα βρυχώνται νια λιοντάρια.
Ζωή γκρεμούς δεν κυβερνά, γκρεμούς δεν λογαριάζει
στ’ άπατα σεργιανίζεται και τ’ άπατα ζυγιάζει.

Εδώ αχνός ψιθυρισμός, εδώ και τ΄άγριο κλάμα,
το σώμα υνί οργώνεται και σπέρνεται το θάμα.
Πώς ανταριάζει η ομορφιά, αγάπη χορτασμένη
με σάρκα και με κόκκαλα γερά καρποδεμένη!

Ανθρώποι, ζώα και κλαδιά λοτρόγυρα φωνάζουν,
στου πάθους την βαθειά κοιλιά ριγούν κι αναστενάζουν.
Βιάζεται η φύση και ορμά κι ακράτητη ξαμώνει
κι απ’ το σπαθί του έρωτα ούτε ο Θεός γλιτώνει.










Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ματαιότης – Σοφία Πόταρη

Ματαιότης – Σοφία Πόταρη


Του κορμιού τ’ αγαλήνευτο ξίφος
σαν θερίζει του έρωτα στάχυ,
ατσαλώνει θανάτου το βύθος,
που σαθρό το χτυπά ριζοβράχι.

Και του χρόνου η κλώσσα πορφύρα,
ξαναμμένη σε σκότους το σκιάσμα,
μαρμαρώνει την έφηβη λύρα,
π’ αποσώνεται κύκνειο άσμα.

Μια παλιά φορεσιά σαβανώνει
του σωμάτου τα βάθη και ύψη
και το ρόδο που μύρο φλογώνει,
συνωμότης σε θάνατου σήψη.