http://sofiapotari.blogspot.gr/

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

Στης μαρέγκας τον αφρό – Σοφία Πόταρη

 













Πώς στης μαρέγκας τον αφρό σαρίδι άμα κορφιάσει

μοιάζει να είναι βασιλιάς , καλά πού ΄χει θρονιάσει;

Έτσι κι οι μαύροι ποιητές, χτυπιούνται για μια θέσι

και στου χυλού τον αχταρμά, ξύλο πολύ θα πέσει.

 

Κι όπως στο μπλέντερ δέρνουνται τ’ ασπράδια να φουσκώσουν,

γρονθοκοπιούνται οι δύστυχοι, τ’ απαύγασμα να δώσουν

της τέχνης τους, που τους μηνάει, αν θέλουν να κορφιάσουν

να τρέξουν και να τσακιστούν καρέκλα για να πιάσουν.

 

Σαν σπάνια λαγωνικά μυρίζουνται τα φώτα

τις κάμερες , περιοδικά, εταιριών τα χνώτα,

σεμιναρίων  εύσημα,  διαγωνισμών βραβεία

μ’ αντί για τέχνης γέννησι, γιορτάζουν την κηδεία.

 

Δήθεν σ’ υπόγεια ξενυχτούν και σ’ αγκαθιές πλαγιάζουν,

σφίγγουνε κάμες να κοπούν, στην θλίψι όλο βουλιάζουν.

Ξεδιάντροπα όμως στήνονται σε λάμψι προβολέων

 κι εκδίδεται η ποίησι σε χέρια διαφθορέων.

 

Ω των αιώνων εκλεκτοί που ακάματοι εφορμάτε!

Εκεί ψηλά στην κορυφή, που φούσκες ξεπετάτε,

συμποτικό κι εταιρικό θα σκάσετε καρπούζι.

Και το μαχαίρι του κριτή, οϊμέ, πολύ θα τσούζει!





Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2020

Ροβόλαγα τον λόφο - Σοφία Πόταρη


Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,

με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,

με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,

στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα - ένα.

 

Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω

κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.

 

Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,

να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,

δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,

κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.

 

Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο

και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.

 

Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,

τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,

τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,

που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.

 

Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,

αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.

 

Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος

και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,

την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,

θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.

 

Κολλιέδες τα ‘πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,

στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.

 

Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο

κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,

σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο

και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.

 

Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!

Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.

 

Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,

αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,

τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,

το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.

 

Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,

σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.




Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020



  
      Θελκτήρια Έρωτος 

                                                Εκδόσεις Κουκούτσι, 2020



 

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Το σπίτι μας – Σοφία Πόταρη


To σπίτι μας λευκά δεν θα ‘χει μάρμαρα
ούτε φτιασίδια,
στολίδι κρεμαστό σε βράχων κέντημα
και στα ξεφτίδια.

Το φτωχικό μας σπίτι θα ‘ναι όμορφο
σαν παραμύθι,
των ξωτικών και των νεράϊδων πέρασμα
κόντρα στη λήθη.

Ο κήπος του θα καμαρώνει πράσινος
χαρά της γίδας
και στην αυλίτσα του θα γλείφει ο σκύλος μας
χέρι φροντίδας.

Τ’ αγαπημένο σπίτι μας τ’ αξέχαστο
θα ‘ναι η αγάπη,
σαλίγκαροι από κάτω του θα φεύγουμε
κάθε δρολάπι. 







Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020

Το ρημοκλήσι – Σοφία Πόταρη


Στο ερειπωμένο ρημοκλήσι, εκεί, στην άκρη του βουνού,
ο γέρο χρόνος απιθώθη αποσταμένος σ’ αλλουνού
καιρού την αγκαλιά, μωρό, που η μάνα πάντα λαχταρά.
Μακάριο εκείνο στο  βυζί της, κλαίει, γελάει τρυφερά.

Κι είναι τα μάτια των αγίων κερί λιωμένο που κυλά
κι η Παναγία λυπημένη, θέλει μα δεν χαμογελά.
Σαν πέφτει η νύχτα, το φεγγάρι τολμά το βήμα το ιερό,
την Άγια Τράπεζα σιμώνει κι ασημώνει τον Σταυρό.

Η νυχτερίδα κι η αράχνη ευλαβικοί, παλιοί πιστοί
το ίσο πιάνουν, μα κι αν φάλτσο, ποίο αυτί  θα το νοιαστεί;
Τα χιόνια βρίσκουν τα λιοπύρια αποσταμένα και βαριά
στο ασημένιο το δισκάρι να χύνονται χρυσά φλουριά.

Στο ερειπωμένο ρημοκλήσι κάθε αυγή και δειλινό,
ψαλτάδες τα ξανθά μελίσσια ανάβουνε κερί αγνό.
Κι ο Επιτάφιος  του ανέμου  νεκρανασταίνει την σιγή
στ’ ότε κατήλθες προς θανάτου, αυτή ο παπάς που λειτουργεί. 






Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

απόσπασμα από μία ποιητική μου σύνθεσι


IV
Πόσο απαλά το χέρι σου μπλεκότανε στα δάχτυλά μου φασολιά μεστή!
Βαδίζαμε στις φάνες πάνω κι από κάτω μας το χώμα όλο βαστούσε
τον έρωτα της γης και τ’ουρανού σε χνάρια φωτεινά κι όλο ζητούσε
εμάς, κι από εμάς εκείνο που κανείς δεν ξέρει  απάνω του πώς να πιαστεί..

Κι εμείς την θέλαμε καλέ μου, την ποθούσαμε πολύ εκείνη την μικρή,
την τόση δα μικρούλα βόλτα στο λιβάδι με τα κρίνα που ευτυχούσε
ζεστό από το δέρμα των κορμιών μας  να λαμπρύνεται κι αιμορραγούσε
φίδι που επωάζει υπομονή και πίστη σε αλήθειας σπαραγμό μακρύ..

Μας περιμένει πάντα μια στιγμή πικρή και τρυφερή, εμάς, που πολιούχο
του γυμνωμένου τούτου κόσμου όλο ραβόμαστε απορριγμένο ρούχο..