http://sofiapotari.blogspot.gr/

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Το χέρι σου - Σοφία Πόταρη
















Κοιτάζω το μικρούλικο, λευκότατό σου χέρι,
πώς αναπιάνει το ψωμί, πώς το καλοσταυρώνει
και σαν αστράφτει ολόγιομη η λάμα απ’ το μαχαίρι,
στη σάρκα μου λες μπήγεται και με γλυκοματώνει.

Κοιτάζω το χεράκι σου το κρινοδαχτυλένιο,
πώς το ψωμί ερωτεύεται, στα χείλη πώς το φέρνει
και σαν μπουκιά σου το κρατάς σε στόμα κερασένιο,
βαθειά του κόσμου η χαρά απάνω μου όλη γέρνει.

Κοιτάζω το χεράκι σου μέσα στο μεσημέρι,
του τραπεζιού μας τη χαρά πώς την σφιχτοκρατάει!
Κόβει ψωμί, βάνει κρασί, ανάβει αγιοκέρι
κι απ’ τα λιγνά του δάχτυλα η αγάπη κυβερνάει.

Το βλέπω το χεράκι σου κι όλα τα βλέπω πλέρια
και τρυφερά τα ψίχουλα μετά σαν τα μαζεύει,
το στόμα μου πανσέληνο, όπως τα περιστέρια
τον ήλιο που ταϊζονται και τ' αγιοδεσποτεύει.





Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Τα παιδιά μας - Σοφία Πόταρη


Ωραία η στιγμή που τα παιδιά μου τρώνε φασολάδα!
Το στόμα τους, μες στον καρπό της γης, ένα χωράφι
κι η γλώσσα τους, αλέτρι που οργώνει την λιακάδα
κι ευλαβικά ζυμώνει τον καρπό σ’ ωραία σκάφη.

Ζουμί κυλάει σαν νέκταρ απ’ ανθί που ξεχειλίζει
και πασαλείβει ολούθε τα λευκά τους πηγουνάκια,
γελούν, ψωμί βουτώντας σαν το γλάρο που ορμίζει
σε άσπρο αφρό κι αρπά σαν αστραπή μικρά ψαράκια.

Φαγάκι ευωδιαστό γλιστράει στα τρυφερά λαιμάκια,
τις φλέβες τους ψυχώνει ποταμός με θεία δώρα,
της γης η αγάπη όλη στων παιδιών μου τα δοντάκια,
ωραία που στεριώνεται η ζωή σ’ ειρήνης ώρα!

Μ’ αλλού, το κόκκινο ζουμί αχνιστό κυλάει αίμα,
από σφαγμένη φλέβα και λαιμό φριχτά κομμένο,
ψυχές, που καταλήγουν σε ζωής πανάθλιο τέρμα,
παιδάκια, καρφωμένα σε μαχαίρι ακονισμένο.

Στ’ άδεια τους πιάτα τίποτα δεν έχει περισσέψει,
κυλιούνται τα παιδιά μου στο γρασίδι ευτυχισμένα,
το χώμα, μια καρδιά, την κάθε τους ρουφάει λέξι,
μ’ αλλού, κορμιά χωνεύει από θεριά μακελεμένα.







Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Ο έρωτας με τίναξε - Σοφία Πόταρη





















Σαν θύελλα φωτιάς η αγάπη σου με λιάνισε,
σαν στόμα αέρα καφτερού μου πήρε την ανάσα,
αδίκως προσπαθώ, ν’ αντισταθώ δεν μ’ άφησε,
άγριο σπαράγγι τρυφερό με τσάκισε κι εχάσα
φλέβα αθωότητας, σ’ αιμάτου ξαφνική πλημμύρα.
Μ’ έψησε ο έρωτας σε λαγονιών γλυκών την πύρρα.

Του έρωτα Θεά, το σώμα μου σ’ ευγνωμονεί
γιατί το δέρμα μου έλαμψες σαν δροσερό γρασίδι,
θροϊζει ολόχαρη η καρδιά και τρέμει ολογδυμνή
και πεταλούδα πια στο νέκταρ σου βουτά κι ενδίδει.
Σαν την λινάτσα o έρωτας με τίναξε και σαν λιοπάνι
κι ολούθε χύνεται ο χυμός που η ελίτσα βγάνει.

Τώρα δεν με τρομάζει ο θάνατος σαν πρώτα
ούτε λεπίδι πόνου να με κόψει το μπορεί.
Κι αν τούτη την στιγμή πεθάνω, του έρωτα τα χνώτα
αίμα γλυκό θα με φυσήξουνε να νοστιμίσει η γη!



Δημοσιευμένο στο βιβλίο του
 ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
«Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος»
Λευκάδα 2018

"Tristan and Isolde"
Gaston Bussiere 



Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Στην νεκρή γυναίκα - Σοφία Πόταρη





















Στης λίμνης τον βυθό βασιλεμένη
ξαπλώνει αφανισμένη και ωχρή,
γυναίκα, που αιώνια δικασμένη
θα κείτεται στην λάσπη την ψυχρή.
Κλωνί από το δένδρο αποκομμένο
πια σκέλεθρο και πτώμα δαμασμένο.

Τα μάτια της, που κάποτε λυσσούσαν
της νιότης οι αχόρταστες φωτιές,
σπηλιές, π' από την γέννα της διψούσαν
να δρέψουνε ζωής γλυκειές γητειές,
αδειάσαν και κλεψύδρες μες στον χρόνο,
φυλάνε του βασίλειού της θρόνο.

Κι εκεί που χείλη κερασιά φουσκώνουν
σε οίστρου φρενιασμένη ηδονή,
νερόφιδων καμπύλες ενσαρκώνουν
της φρίκης την ασχήμια, π’ αφθονεί.
Με φύκια και φιλιά σε συμπαιγνία
της λήθης καταλάμπει ευδαιμονία.

Ποιά να ‘ταν; Κόρη, αδελφή ή Νύμφη;
Αρχοντοπούλα ή φτωχή κυρά;
Την σάρκα της σπαράξανε τα στίφη
των ψαριών, εσβήστη η ωραία θωριά.
Την τραχηλιά, τις κνήμες, τα λαγόνια
ανευλαβή διακόρευσαν σαγόνια.

Στον έρωτα μπορεί να ‘ταν ταμένη,
λαμπάδα, που η πίστη συντηρεί.
Κι ο θάνατος, που πάντα επιμένει
τον μόνο λόγο να ‘χει, λοιδωρεί.
Ανθρώπινη και θεία υπεροψία,
σε σάρκας παγωμένης ακαμψία.

Κοιμάται. Και στου σκότους την γαλήνη
τα κόκκαλά της τρίζουν λυγμικά,
σαν του νερού τ’ αστραφτερό λουστρίνι
γλιστράει στο κρανίο ερωτικά.
Σε τελετής δοσμένη αιώνια αιώρα,
νυφούλα δέχεται του γάμου δώρα.

Ποιος ξέρει ποιά να τάϊσε την γλίτσα;
Στο χνάρι του ποδιού της, ποιός πατά,
που ίσως ζεστή ακόμα λακουβίτσα,
την αχνιστή ευωδιά της να βαστά;
Αχ και στο σκέλεθρό της να μπορούσε
η ομορφιά σποράκι ν’ αγρυπνούσε!





Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Πομπηία - Σοφία Πόταρη


Η Φορτουνάτα, του Κλαύδιου εταίρα
της θέρμης το ζεστό νερό αναδεύει,
βυθίζει το κορμί που αργοσαλεύει
σ' έρωτα ίδρω και καφτόν αέρα.

Λειψόν είχε τον ύπνο την εσπέρα,
ανήσυχη γυρνούσε κι αγριεύει
μάτι κακό της είπαν τη γυρεύει,
σε συλλογή βαθειά τη βρήκε η μέρα.

Θολό είδε τ’ όνειρο, μαύρον αχάτη,
νέφος πηχτό στ’ ασπράδι των ματιώ της
σαν πάλευε στου Κλαύδιου το κρεβάτι,

οχιά τυφλή τυλίχτη στο λαιμό της,
στου έρωτα αναμμένη το αλάτι,
φλογάτη του Βεζούβιου η λαμπρότης.






Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Να μ’ αγαπάς - Σοφία Πόταρη


Να μ’ αγαπάς απλά και τρυφερά, με δίχως νεύρο και καρδιά
δεν το μπορώ, σ’εξάντληση σκληρή με βάζει, μ’ ερημώνει,
είναι μια τέτοια αγάπη το νερό π’ αντί να θρέφει την σοδειά,
φαρμάκι ξεγελά της ρίζας δίψα και χαρά και την νεκρώνει.

Να μ’ αγκαλιάζεις σαν τον ήλιο που τα λούλουδα ψευτοφιλεί
το καταχείμωνο που δύναμη καμιά δεν τον ψυχώνει,
είναι μαρτύριο θλιβερό, μαραίνει ετούτο το ψυχρό φιλί
π’ αντί ζωή να πνέει χορταστική, λεπίδι κρύο τα σκοτώνει…

Αγάπα με ποτάμι βουερό π’ ακράτητο τρομάζει τα πουλιά,
σαν καίγονται δροσιά να πιουν μα να ζυγώσουν δεν τολμάνε
και σφίξε με φριχτά, καλοτυλίξου όπως του βόα η θηλιά,
τα κόκκαλα του ελαφιού καθώς μετρά που ένα - ένα σπάνε.

Να μ’ αγαπάς στο μαύρο και στο βυσσινί επειδή βαθειά πονάς,
όχι με σιγουριάς ανυποψίαστη κι αθώα γαλήνη
στ’ ουράνιου τόξου το λευκό, το σιελ, το φιστικί, όταν περνάς
πουλί με άβρεχτα φτερά, που πέταξε απάνω απ’ το μπουρίνι.

Να μ’ αγαπάς με την καρδιά σφαγμένη, με τα μάτια σου τυφλά
με το φιλί σου αηδόνι που γεράκι πιάνει και κλωσσάει
και φύγε αν δεν μπορείς, μην με δικάσεις να πετώ στα χαμηλά,
μικρή η ζωή κι αλίμονο στον που ριγά αντί να σπαρταράει.



2o βραβείο στον 4ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης Δήμου Λευκάδος.





Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Εγώ – Σοφία Πόταρη

Τί τέλεια της φύσης η αρμονία!
Τ’ αρνάκι τούτο που μπροστά μου βλέπω
στου χορταριού δοσμένο την λαγνεία
δεν είν’ αρνί, είναι μια κάποια υποψία
του εαυτού  που έχω κι ανατρέπω.

Και η σαύρα η ζαλισμένη, θεία
σκιά μου είναι κι αυτή, που κάποτε
στης πέτρας πάνω την καυτή θητεία
αποτυπώθη ανεμελιάς θωπεία
και αναθρέφει μυστικά μου πέπρωται.

Ω γάτα εσύ στιλπνή και βελουδένια,
ποια τρομερή φυλάς ζωής μου πύλη!
Πόσο βαθειά τροχίζεις με ευγένεια
παλμούς, π’ ανατριχιάζουν την συγγένεια
χεριών μου με της ράχης την καμπύλη!

Κι εσύ  άγνωστο γνωστό μου περιστέρι
που έφυγες της Κιβωτού την κλούβα
πετάς για να μου πεις πως δεν διαφέρει
Θεού αν λιονταρίσιο είμαι χέρι
ή λίπασμα σε σκουληκιού την γούβα.


Το ποίημά μου αυτό βραβεύτηκε στον 7ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας.