http://sofiapotari.blogspot.gr/

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

το ρολόι – Σοφία Πόταρη

το ρολόι – Σοφία Πόταρη





















το παλιό ρολόι στην άδεια σάλα
μοιάζει μ’ ακοίμητο φρουρό
που οπλοφορώντας, με τούτα και με τ’ άλλα
φυσά τη σάλπιγγά του στον εχθρό

το καϋμένο! μονάχο του και ξεχασμένο
είναι στ’ αλήθεια παλιάτσος του καιρού
που με στολή γελοία και καπέλο ξεσκισμένο
θέαμα αστείο γίνεται αδιάφορου κοινού

κι έτσι άσκοπα μετράει το χρόνο
τα δευτερόλεπτα, τις ώρες, τα λεπτά
«για φαγητό ελάτε» ή «ώρα για ύπνο είναι παιδιά»

μα ο φούρνος, ξεχαρβαλωμένος, δεν καπνίζει
και οι ανθρώποι έχουν πετάξει μακριά
πένθιμη πια ηχεί καμπάνα στον χτύπο του η αποθυμιά







Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Άνθρωπος – Σοφία Πόταρη



Άνθρωπος – Σοφία Πόταρη




πιο άθλιος κι απ' του πτώματος τον άθλιο σκώληκα
στου εμετού μου πάνω σέρνομαι το γλιτσερό σκουτί
σιχαμερό ερπετό που έναν μόνο γνωρίζει κώδικα
να φτύνει και να γλείφει λαίμαργα εκεί που αποπατεί
μα της πανάθλιας μοίρας μου το τέλος δεν γνωρίζω
κι έτσι άφοβα κι ανέντιμα το είναι μου ορίζω

κάτω από ήλιο γελαστό φονιά γεννήθηκα
ψεύτη πιο ύπουλο κι απο του σκότους την ντροπή
το αίσχος της σάρκας και του νου μου δεν φοβήθηκα
Δευτέρα μέχρι Σάββατο οι μέρες μου, δεν ξέρω Κυριακή
μα της σιχαμερής μου μοίρας το σπαθί δεν το γνωρίζω
γι΄αυτό ηδονικά κι αγέρωχα την ομορφιά τσακίζω

το χέρι τούτο έργο καλό κι ωραίο δεν τέλεψε
κι ούτε της καλοσύνης την πνοή την άφησε ν΄ αχνίζει
ματιού πανούργου συνεργός, που αμέσως ξεθεμέλιωσε
ό,τι ο τρισάθλιος νους νογάει πως δεν του αξίζει
μα το ουρλιαχτό μοίρας πανάρχαιας δεν γροικώ
κι έτσι ωμά κι αλύπητα στο είναι μου ξεσπώ

ο ήλιος ξημερώνει και μαύρα ρόδα φτερουγίζουνε
μέσα στου νου και της ψυχής τον καταχθόνιο κήπο
θάλασσες γύρω μελανές ματώνουν και βουβά ουρλιάζουνε
κι εγώ του Άδη ανοίγω το χορό στου κυνισμού το χτύπο   
μα της άγνωστής μου μοίρας το σκοπό δεν ψηλαφώ
και ιδανικά αναίσθητος στο αίμα κολυμπώ

τρελλής οδύνης γητευτής, τον δαίμονα ικετεύω
το παγερό του δόντι πιο σκληρά στη φλέβα μου να μπήξει
πόνο δεν νιώθω, την πανήδονη λύπη τη βαθειά γυρεύω
σε μιας αρχέγονης πληγής το σουβλερό τ’ αγκίστρι
μα της ανήλεης μοίρας τη ρομφαία αψηφώ
γι’ αυτό και τη ζωή με τέχνη φτύνω και πατώ





Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η Μούσα και ο ποιητής – Σοφία Πόταρη

Η Μούσα και ο ποιητής – Σοφία Πόταρη




















στου θεϊκού του Ολύμπου απάνω την φωτόλουστη κορφή
εκεί που του ήλιου η αγάπη σκαλίζει ολόλαμπρο θρονί
λευκοντυμένη κόρη στέκεται, ολόχρυσο κρατώντας στέμμα

με αγωνία τα μάτια της ολάνοιχτα πλανώνται στις πλαγιές
εκεί που νύχτα μέρα των ποιητών αχνοφέγγουνε οι σκιές
που αδέξια σκαρφαλώνουν έχοντας στην κορυφή το βλέμμα

κι όσοι ακούραστοι κατόρθωμα τρανό κι ακέραιο κατακτούν
χαριτωμένα υποκλίνονται μπροστά της και το στέμμα απαιτούν
όμως αυτή με χέρι τρυφερό την κεφαλή τους απαλά ακουμπά

-καϋμένοι εσείς, μην έρχεστε σ’ εμένα με ρούχα και στολίδια
νομίζετε ποιήματα πως γράφετε, μα σαν βρέφη παίζετε παιχνίδια
λέτε πως νιώθετε, μα το μελάνι σας, ξεθωριασμένο, σας γελά

βλέπω το στόμα σας βαμμένο απ’ τ’ ωραίο φαϊ και το γλυκό πιοτό
στο αίμα σας κυλούν γοργά, σας θρέφουνε στρωμένο ριζικό
σφιχτή είν’ η σάρκα σας, που ανέμελη αναπαύεται σ’ ωραία κλίνη

οι μέρες σας σεργιανούν νωθρές κι ο καιρός σας κυλάει γλυκαμένος
στο ρούχο σας καλοραμμένος ο Θεός σας,  βολικός και βολεμένος
τα λόγια σας, άλαλα πουλιά κι άψυχα κορμιά, αστέρια δίχως φως

κοντά μου ας έρθει εκείνος ο γυμνός, ο κατακουρασμένος
θλιβερά πού ΄χει στον Άδη ποντιστεί, ο κατασπαραγμένος
αυτός, που τη λαχτάρα για ζωή την έχει στο πετσί του νιώσει
μα που η ίδια του η ζωή άξαφνα και σκληρά έχει προδώσει
πού ΄χει πολλές φορές φαρμακωθεί ως μέσα στο μεδούλι
που το  πλοίο της καρδιάς του από νωρίς το εγκαταλείψαν όλοι
ο πεθαμένος από έρωτα, ο για λευτεριά ακριβή σφαγμένος
αυτός, που αγάπη πλέρια λαχταρά και που ζει καταραμένος
που πνίγηκε στη λάσπη κι ολόρθος καταλάμπει λερωμένος
εκείνος, που μπήκε στη φωτιά και που στο σίδερο μπηγμένος
ο ίδιος του το θέλει να ματώνει, για να νιώσει ως το τέλος
πόσο γλυκειά είν’ επιτέλους ή ζωή που με βέλος τον καρφώνει
πόση αγάπη κρύβει ο σταυρός που στον ώμο του σηκώνει
εκείνος, που λέξεις μανιασμένες από έρωτα και θάνατο διατάζει
και στο λευκό χαρτί και στο νερό και στον αέρα τις χαράζει
που με το αίμα της καρδιάς του την κατάξερη τη γη ποτίζει
και με τα πικρά του δάκρυα το δέντρο της ζωής το πρασινίζει
αυτός το στέμμα θα φορέσει, ο σαλεμένος ασκητής, ο ποιητής
αυτός τα δάχτυλά μου θα ξεσφίξει, ο άγιος της ζωής προσκυνητής


painting, “The Muse”, 1895
by Gabriel de Cool







Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Μέρα Μαγιού – Σοφία Πόταρη

 Μέρα Μαγιού – Σοφία Πόταρη



σ΄ ένα χωράφι του Μαγιού περπάτησα μαζί σου
στεφάνι είχες στα μαλλιά και ήλιο στη μορφή σου
τριγύρω η φύσι φάνταζε κι ανθούς γεννοβολούσε
ποια η μακάρια η θεά χυμούς που  ετρυγούσε;

της θάλασσας τα κύματα στα μάτια σου χυνόταν
αγκίστρια τα μαλλάκια  σου και  πάνω μου πιανόταν
γλιστρά το πόδι ανάερα στης γης το χορταράκι
σαν ποιάς θεάς ο έρωτας φλογίζει τ'  αεράκι;

με κοίταζες σαν το πουλί,  με πόση αθώα αγνότη!
πώς τόθελα ν’ αγκαλιαστώ με τη σφοδρή σου νιότη!
θέ μου πώς χτύπαε η καρδιά, πώς έκαιε το αίμα
πόσο γλυκά κρυφόσμιγε το είναι μας στο βλέμμα!

τη μέρα εκείνη του Μαγιού στης γης  τ’ ωραίο δώμα
φλέβα το σώμα μου κρυφή ρίζωσε μες στο χώμα
ο ουρανός απάνω μας κι εμείς η θάλασσά του
έλαμψε μέσα μου βαθειά ο ήλιος κι η χαρά του


Painting, by Emile Vernon 1872-1919





Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Έρωτας – Σοφία Πόταρη

Έρωτας – Σοφία Πόταρη


τί κρύβεις, πες μου,
στου κορμιού σου μέσα τον αλαβάστρινο πηλό;
κρυμμένη υπάρχεις κρυσταλλοπηγή
που νάμα εκθαμβωτικό αναβλύζει
κι εγώ, νύμφη Κρηναία
που στις πετρούλες σου λούεται και θροϊζει

τον πηγαιμό σου και το έλα σου
σε κήπους  μυστικούς και πηγάδια σκοτεινά
ζηλεύω. Μεγάλωσέ με, λαμπερό
στου όστρακού σου το βυθό, μαργαριτάρι
εσέ να φάγω και να πιω
στου φλοιού σου μέσα το πάνλαμπρο θηκάρι

πόσα ηφαίστεια, πόσους ήλιους πυρρούς
καρφωμένους σ΄ ουρανούς αλαργινούς
τρέφεις με των κυττάρων σου
τα μυρωδάτα κι ολόγιομα φεγγάρια;
ανάπνευσέ με.  αχνή δροσιά εγώ
στα απαλόσαρκα των σπλάχνων σου βλαστάρια

σεισμέ μου. σκάψε στις λίμνες μου βαθειά
κάτασπρο αλάτι αρχαίο να εξορύξεις
στο βουητό και στην αντάρα σου
ν’ αποζητήσω να κρυφτώ σαν τη μικρούλα σαύρα
που την ουρά της κόφτει η περιέργεια του παιδιού
και νια πετιέται στου μεσημεριού τη λάβρα





Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Θρήνος γυναίκας για τον Δαίμονα εραστή της – Σοφία Πόταρη

Θρήνος γυναίκας για τον Δαίμονα εραστή της – Σοφία Πόταρη
















της μέθης μου απολαυστικό κρασί εσύ κυλάς
τις φλέβες μου ύπουλα ναρκώνεις κι εφορμάς
στα μούσκλια μου τη γλίτσα σου σοφά φυτεύεις
γεωργός αρχαίος, στα κρύφια βρύα μου ελλοχεύεις
σαν φίδι, εισχωρώντας σε βράχο κούφιο και σαθρό
που ήσυχα υποκλίνεται σε καταφάγωμα ηδονικό
καθώς φεγγάρι εβένινο γλιστερά στις φωλιές μου
εξαπλώνεσαι, στις πιο σιγηλές σπηλιές μου
βελούδο μελανό υφαίνεις κι ατλάζι πορφυρό
σατανική σπορά για έρωτα διαβόητο, δαιμονικό
το μάτι σου σαρδόνιο του σκότους τρυπάει το μάτι
και το ρουφάει και ξεφρενιασμένο καλπάζει άτι
στης νύχτας την κατάβαθη φωλιά, που ξεγεννά
σοφίας  και παράνοιας γεννήματα φριχτά
ζωή και θάνατο σε σμίξιμο ανήκουστο, μοχθηρό
ω! πώς φέγγεις μέσα μου φαρμάκι και ίαμα πικρό
σαν σε σταυρό καρφώνεσαι πανάχραντη ηδονή
σκότος αμόλευτο, ξεγεννημένο πεπτωκυία ανατολή