http://sofiapotari.blogspot.gr/

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Πόνος – Σοφία Πόταρη








Πόνος – Σοφία Πόταρη





















Κορμάκι ξυλιασμένο μες στου δρόμου την στροφή,
παρατημένο στέκει, ελεεινό και ματωμένο
κουφάρι ζώου ξέπνοου παραδίδει την ψυχή
μια γάτα είναι, πλασματάκι περιφρονημένο.

Χάρος το πρόλαβε τροφή όταν έψαχνε να βρει,
φτωχό! άλλο δεν είχε απ’ το να ζει αλαφιασμένο
ο κόσμος γύρω βιαστικά περνά κι αδιάφορα θωρεί,
κάποιοι το βλέμμα τους αλλού έχουνε στραμμένο.

Κορίτσι ανέμελο τον φίλο του κρυφοφιλεί,
κανείς στο άγριο δράμα της ψυχής μάτι δεν στρέφει,
εκεί στην άσφαλτο που  ο θάνατος ζωή συλλεί
κάπου, γατάκια καρτερούν το στήθος που τα θρέφει.

Πλάσματα πόσα εδώ στην γη, κορμάκια τρυφερά
της μάνας την ζεστή αγκαλιά δεν λαχταρούνε;
Πώς να τους πεις πως η αγάπη πέταξε μακριά
και πως τη θέρμη της ποτέ ξανά δεν θα την βρούνε;




Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Άνθρωπος – Σοφία Πόταρη





Πιο άθλιος κι απ’ του πτώματος τον άθλιο σκώληκα
στου εμετού μου μέσα σέρνομαι το γλιτσερό σκουτί.
Σιχαμερό ερπετό που έναν γνωρίζει κώδικα,
να γλυκογλείφει λαίμαργα εκεί που αποπατεί
μα της πανάθλιας μοίρας μου το τέλος δε γνωρίζω
κι έτσι άφοβα κι ανέντιμα το είναι μου ορίζω.

Κάτω από ήλιο γελαστό φονιά γεννήθηκα,
ψεύτη πιο ύπουλο και από του σκότους την ντροπή
της σάρκας και του νου το αίσχος δε φοβήθηκα,
Δευτέρα Σάββατο οι μέρες μου, δεν ξέρω Κυριακή
μα ύπουλής μου μοίρας το σπαθί εγώ γυαλίζω
κι ηδονικά κι αγέρωχα την ομορφιά τσακίζω.

Το χέρι τούτο έργο καλό κι ωραίο δεν τέλεψε,
της ευσπλαχνίας δεν άφησε ν΄ αχνίσει η πνοή
ματιού πανούργου συνεργός που εξεθεμέλιωσε
ό,τι ο τρισάθλιος νους ποθεί να χαλαστεί
μα το ουρλιαχτό μοίρας πανάρχαιας σπιρουνίζω
κι έτσι ωμά κι αλύπητα το είναι μου αφανίζω.

Ο ήλιος κλαίει  και τ΄αστέρια μαύρα φτερουγίζουνε
στου νου και της ψυχής τον καταχθόνιο κήπο
νερά γελούν και την ζωή νεκροστολίζουνε
του  Άδη ανοίγω το χορό στου κυνισμού το χτύπο
μα μοίρας άγνωστής μου ερχομό δεν ξεσκαλίζω
γι αυτό κι αναίσθητος μέσα στο αίμα ευδαιμονίζω.

Τρελλής οδύνης γητευτής τον δαίμονα ικετεύω
δόντι θεριό πιο πρόστυχα στη φλέβα για να μπήξει
πόνο δεν νιώθω, λύπη ηδονική σκληρή γυρεύω
σε μιας αρχέγονης πληγής το σουβλερό τ’ αγκίστρι
μα τη ρομφαία ανήλεης μοίρας μου ακονίζω
και τον πανάθλιο θάνατο ζωή μου τον βαφτίζω