http://sofiapotari.blogspot.gr/

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Δεν μ’ αγαπάς - Σοφία Πόταρη


Πιο δυστυχής εγώ κι απ’ τους κακότυχους θνητούς
που παίρνει ο θάνατος κάθε που κόβει τη ζωή τους,
αφήνουν πίσω τους λαμπρό το φως και αγλαούς καιρούς
καθώς βουτούν στο σκοτεινό πηγάδι της σιωπής τους..

Πιο δυστυχής κι από αυτούς!

Πια στερημένη απ’ τον ήλιο των δικών σου των ματιών
λουλούδι αναιμικό και θλιβερά βαλσαμωμένο,
παρασυρμένο απ’ την πλημμύρα σκοτεινών γητειών,
με μοίρα του να ζει από το κλαδί αποκομμένο..

Εσύ δεν μ’ αγαπάς κι αγιάτρευτες του πόνου οι πληγές,
ελπίδας μάταιης σαν με τρυπά το σουβλερό αγκίστρι.
Εσύ δεν μ’ αγαπάς κι αμέτρητες πια είναι οι φορές
που άτι σέρνομαι από θάνατου σφιχτό καπίστρι..




Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Ανάμνησις – Σοφία Πόταρη

Πάνε χρόνια που κοιμήθηκες βαθιά
και ο κήπος μας πια δεν αναβλασταίνει,
άλλο δεν πυροζωεί η κερασιά
κι ο χειμώνας την καρδιά μου ανασαίνει.

Είχαν κάποτε τα δένδρα μας κλωνιά
τώρα σκέλεθρα τρομαχτικά σαπίσαν,
τ’ άνθη χτίκιασαν και θρέψαν ερημιά,
φλέβες άδειες που ποτέ τους δεν αχνίσαν.

Τώρα σ’ ύπνου ξαποσταίνεις την ακτή
στου ονείρου σου την χώρα δεν λυπάσαι.
Ήσουν κάποτε και μάγευες την γη,
μέσα μου αγάπη θρόϊζες, θυμάσαι;



Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Ελπίδα - Σοφία Πόταρη


Η θλίψι πια στα βλέφαρα βαραίνει,
προφήτης σκοτεινός που ξεψυχάει.
Στο χώμα, ο ίδιος χώμα, επιμένει

μια θύελλα να ζει και να ξεσπάει,
τ’ αξήγητο βαθύ για να βαθαίνει.
Μια κάμα, μες στην σάρκα μελετάει

σωμάτου την φθορά, σαν αυγαταίνει
την λάμψι, που τ’ απόκρυφο τρυπάει
κι αν ξεστρατίζει, αναλαβαίνει.

Το έλεος τ’ απείρου τ' οδηγάει.









Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινόπωρο - Σοφία Πόταρη


Λυγμικά πέφτει το δείλι σε παράπονο βαθύ
και τ’ ανθρώπου η φλογίτσα Θέ μου πώς να κρατηθεί!
Λυχναράκι η ψυχούλα και το λάδι θα σωθεί
αχ του κόσμου η ανάσα τώρα Θέ μου θα σβηθεί.

Αποσώνεται η μέρα κι η φωνή βουβή θα βγει
από σώμα που σε σώμα τώρα μέσα ναυαγεί.
Σε κοιλιάς τα μαύρα σπλάχνα κόσμε αλέθεσαι φαγί
αχ ζωής βαθειά τρομάρα του Θεού η βαθειά πληγή.





Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Οι γριές του χωριού - Σοφία Πόταρη

 











Θυμάμαι του χωριού μου τις γριές
τα καλοκαιρινά τ’ αποσπερνά
φιγούρες μαύρες, σαν θολές σκιές
να φτιάνουν της κηδείας τα σπερνά.

Αμίλητες και σοβαρές, πικρές
το μούτρο τους κομμένο χαρακιά.
Μορφές λιγνές σ’ εικόνες ιερές
κι η πέτσα τους ξερή φραγκοσυκιά.

Θυμάμαι κείνες τις στεγνές μορφές.
Στον κόσμο ήρθαν γριές από κοιλιά
νανούρισμά τους είχανε γραφές
και θρήνους για θανατικά παλιά.

Με δάχτυλα λαφρά, πουλιού οστά
το στάρι ετοιμάζαν του νεκρού,
τα σπλάχνα τους δεν μέρωσε χαρά
γεννήθηκαν για σήκωμα σταυρού.

Θυμάμαι τις γριούλες του χωριού
με την σπαραχτική βουβή λαλιά.
Aθώες, σαν το μάτι τ’ αλαφιού
μoυγγές, σαν παλιοσκιάχτρα για πουλιά.


Βραβείο Αμφικτυονίας Ελληνισμού 2019.



Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Το χέρι σου - Σοφία Πόταρη

















Κοιτάζω το μικρούλικο, λευκότατό σου χέρι,
πώς αναπιάνει το ψωμί, πώς το καλοσταυρώνει
και σαν αστράφτει ολόγιομη η λάμα απ’ το μαχαίρι,
στη σάρκα μου λες μπήγεται και με γλυκοματώνει.

Κοιτάζω το χεράκι σου το κρινοδαχτυλένιο,
πώς το ψωμί ερωτεύεται, στα χείλη πώς το φέρνει
και σαν μπουκιά σου το κρατάς σε στόμα κερασένιο,
βαθειά του κόσμου η χαρά απάνω μου όλη γέρνει.

Κοιτάζω το χεράκι σου μέσα στο μεσημέρι,
του τραπεζιού μας την γιορτή πώς την σφιχτοκρατάει!
Κόβει ψωμί, κερνά κρασί, ανάβει αγιοκέρι
κι απ’ τα λιγνά του δάχτυλα η αγάπη κυβερνάει.

Το βλέπω το χεράκι σου κι όλα τα βλέπω πλέρια
και τρυφερά τα ψίχουλα μετά σαν τα μαζεύει,
το στόμα μου πανσέληνο, όπως τα περιστέρια
τον ήλιο που ταϊζονται και τ' αγιοδεσποτεύει.







Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Τα παιδιά μας - Σοφία Πόταρη


Ωραία η στιγμή που τα παιδιά μου τρώνε φασολάδα!
Το στόμα τους, μες στον καρπό της γης, ένα χωράφι
κι η γλώσσα τους, αλέτρι που οργώνει την λιακάδα
κι ευλαβικά ζυμώνει τον καρπό σ’ ωραία σκάφη.

Ζουμί κυλάει σαν νέκταρ απ’ ανθί που ξεχειλίζει
και πασαλείβει ολούθε τα λευκά τους πηγουνάκια,
γελούν, ψωμί βουτώντας σαν το γλάρο που ορμίζει
σε άσπρο αφρό κι αρπά σαν αστραπή μικρά ψαράκια.

Φαγάκι ευωδιαστό γλιστράει στα τρυφερά λαιμάκια,
τις φλέβες τους ψυχώνει ποταμός με θεία δώρα,
της γης η αγάπη όλη στων παιδιών μου τα δοντάκια,
ωραία που στεριώνεται η ζωή σ’ ειρήνης ώρα!

Μ’ αλλού, το κόκκινο ζουμί αχνιστό κυλάει αίμα,
από σφαγμένη φλέβα και λαιμό φριχτά κομμένο,
ψυχές, που καταλήγουν σε ζωής πανάθλιο τέρμα,
παιδάκια, καρφωμένα σε μαχαίρι ακονισμένο.

Στ’ άδεια τους πιάτα τίποτα δεν έχει περισσέψει,
κυλιούνται τα παιδιά μου στο γρασίδι ευτυχισμένα.
Tο χώμα, μια καρδιά, την κάθε τους ρουφάει λέξη,
μ’ αλλού, κορμιά χωνεύει από θεριά μακελεμένα.