http://sofiapotari.blogspot.gr/

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Ο θρήνος της Εκάβης – Σοφία Πόταρη



Κοιλιάς καταραμένης γέννημα φριχτό
Ελένη, σκύλα, με κοιτάς που ορφανίζω
ντροπή ελεεινή της Σπάρτης σε λογίζω
βελόνι σύ στης τύχης μου ήσουν το πλεχτό.

Και είμ’ εδώ, της μοίρας τώρα ξερατό
παιδιά σφαγμένα εγώ νεκροστολίζω
δενδρί απολιθωμένο να θροΐζω
ποιος να με νιώσει κι από ποιόνε ν’ ακουστώ;

Τα μέσα μου καήκαν, κούτσουρο στεγνό
νεκρή να είμαι; Ζω ή έπαψε η καρδιά;
Σιχαμερό κουφάρι θλιβερό, πονώ!

Το σώμα τούτο στης σκλαβιάς την ασκημιά
σαν χτες, που στρώμα ψύχωνε παλατινό
σαν χτες, που πλήθαινε βασιλική γενιά.



Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Εκάβη 
(ΚΘΒΕ 2001)




Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Γυναίκα του καλοκαιριού Beach Love – Σοφία Πόταρη


Σ’ έβλεπα που περπάταγες στης θάλασσας την άκρη,
φιγούρα κυματόλουστη και ηλιοδαγκωμένη.
Το φόρεμά σου γλίστραγε, όπως ματιώνε δάκρυ
και τα μαλλιά σου άστραφταν σε πλάτη γυαλισμένη.

Ήσουν σκυφτή και σκεφτική, τα χέρια σταυρωμένα,
μέση λεπτή κι ερωτική, σαν ερωδιού καμπύλη.
Κοιλίτσα, πρόσκλησι ανοιχτή στης μοίρας τα γραμμένα,
μηροί και γάμπες ζηλευτοί, οδός σ’ ωραία πύλη.

Τα δαχτυλάκια σου λευκά, ελάμπαν άγριο ρύζι
τα πέλματά σου, στόματα, την άμμο πώς φιλούσαν!
Νεράκι σαν στα χάϊδευε σ’ έρωτα μετερίζι
κρυφόβραζε η  θάλασσα, τα βότσαλα βογκούσαν.

Περπάταγες και άρπαζες καλοκαιριού την κάψα,
που  έσπαγε στην αμμουδιά αλμύρα λιγωμένη,
σαν την κοπέλα που ποθεί τον έρωτα με κλάψα
και με πισωγυρίσματα παρθένα πάντα μένει.

Σε κοίταζα κι ευχόμουνα να ήμουν πιο κοντά σου,
ο φίλος σου, ο άντρας σου, έστω κι ο αδελφός σου,
νήμα και κρόσσι ας ήμουνα στο δροσοφόρεμά σου,
κορδόνι ας φιδογύριζα αχ στον αστράγαλό σου!

Μα σύ δοσμένη ολόγιομη στης θάλασσας τ’ αλάτι,
με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα κι αχόρταστα τα μάτια,
λυγιόσουν σαν το ζηλευτό, το καθαρόαιμο άτι
και αγνοούσες γύρω σου πως γκρέμιζες παλάτια.

Πόσο το είναι λαχταρά έστω σου και το νύχι!
Στ’ αγκίστρι σου με δόλωσες ψαράκι γλυκαμένο!
Ζηλεύω και οργίζομαι με του νερού την τύχη,
μονομαχία ορέγομαι να πέσει σκοτωμένο!

Διαολισμένο θηλυκό να με κοιτάξεις γύρνα!
Δε νιώθεις την παράφορη της σάρκας μου τη λάβρα;
Ένα σου βλέμμα χάρισε να σε μυρώσω σμύρνα,
έτοιμος είμαι να συρθώ κοντά σου σαν τη σαύρα!

Μη φεύγεις κόρη θερινή, γυναίκα της αλμύρας!
Μείνε λιγάκι να σε δω, ν' αφρίσω στην πνοή σου!
Να γλυκογέρνεις, να λυγάς κι εγώ ηδονοθήρας
να βολοδέρνω μοναχός στη θέα τη δική σου...



Painting, “Beach love”
By Lluis Ribas









Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

Ο κήπος της αγάπης – Σοφία Πόταρη




Στον ολάνθιστό μου κήπο μέσα εκεί
που οι πορφυρές τριανταφυλλιές θρασομανούν,
θέλει η αγάπη μου να ζει,
στην αγκαλιά μου την ζεστή να υπάρχει αφημένη κι απαλή
εύθραυστη είναι η αγάπη μου η μικρή και όμορφη σαν το κλαδί,
που τα πουλιά καλεί να κελαηδούν.

Και είναι όμορφη πολύ η αγάπη μου η μικρή
και  σαν σελήνη φέγγει μες στου κήπου μου τις σκιερές γωνιές
κι εγώ της γλυκοτραγουδώ
και τα εκστατικά της μάτια σαν κοιτώ,  θροϊζω κι απ’ τα φύλλα πιο πολύ,
Ευλαβικά την αγαπώ κι αθόρυβα και την κρατώ σαν το παιδί,
που γελαστές ζητάει αγκαλιές.

Κι έχει το σώμα μοσχοβόλο η αγάπη μου η μικρή
κι έχει νερένια μάτια και τα χείλη από κρασί
και τα μαλλιά της τα μακριά
την γη αγκαλιάζουν τρυφερά και πάνω της με δένουνε σφιχτά
και δυο φεγγάρια λαμπερά στα στήθια της εκρήγνυνται
κι η λάβα τους ποτάμι βυσσινί.

Έτσι υπάρχουμε εγώ κι αυτή, η μικρή μου αγάπη η τρυφερή
σε κήπου ολάνθιστου το κάλλος.
Λόγια στο στόμα μου ακουμπά,
φτιαγμένα από μέλι και φωτιά, χυμένα από του ήλιου τη στοργή,
έτσι υπάρχουμε εγώ κι αυτή, κι άλλο δεν θέλουμε πάνω στη γη,
απ’ το δικό μας το ωραίο θάμπος.







Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Νυφοπάζαρο– Σοφία Πόταρη


Μαλαματένια τ΄άρματα κι ασήμια τα τσαπράζια,
γυαλοκοπάνε τα φλουριά κι αστράφτουνε τ’ ατλάζια
στητό το σώμ’ αγέρωχο στο άλογο καβάλα,
σαν τον περήφανο αητό που λάμπει στην ψιχάλα.
Περνάς κι ο ήλιος χαίρεται τη νια λεβεντοσύνη
κι εγώ κοιτώ και δέομαι πανώρια αντρειοσύνη
ζαλίζομαι και χάνομαι, λιγοθυμώ κι ανάβω
και στην αντρίκει'  αγκάλη σου ποθώ να μεταλάβω
και να! μπροστά μου σταματάς με τ’ άτι σου να γρούζει,
στη γη πηδάς κι ο ουρανός με φως χρυσό σε λούζει
τα χέρια  απλώνεις αγκαλιά, τσιτώνεις το κορμί σου
κι ανοίγεις άγριο χορό μες στη λαμπρήν ορμή σου!
Τα μάτια μου τα μάτια σου γυρεύουν να πλανέψουν,
καρδιάν αντρίκεια, ζηλευτή, ζητούν να διαφεντέψουν
απλώνεις μου το χέρι σου, μαντήλι ανεμοδέρνεις,
κυρά δική σου θέλεις με, γυναίκα σου με παίρνεις.
Βαράτε σεις ώ, άρματα κι αστράφτε γιαταγάνια,
βροντοχτυπάτε τα βουνά κι ανοίξτε τα ρουμάνια,
λεβεντονιός με διάλεξε γλυκό κρασί να πίνω,
σήμερα η μοίρα μού ΄πλεξε γυναίκα του να γίνω!